Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

Επιστροφή στο Βογατσικό




Επιστροφή στο Βογατσικό

Από τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στο Βογατσικό, προγονικό τόπο καταγωγής μου, δύο πράγματα αντιφατικά κυριαρχούν στη σκέψη μου. Πρώτα πόσο όμορφος είναι αυτός ο τόπος και πως έχει μέχρι σήμερα καταφέρει να κρατηθεί και να διατηρηθεί, σαν ένας μικρός παράδεισος.
Όμως -όχι πολύ αργότερα από την πρώτη επαφή- μόλις κανείς ψαύσει ελάχιστα την όψη των πραγμάτων, συνειδητοποιεί πως ο παράδεισος αυτός, χάρη στην απίθανη αδιαφορία και απαξίωση της πολιτείας για την επαρχία (και γιατί ν’ αποτελέσει μια εξαίρεση το Βογατσικό;) δεν είναι παρά μια κόλαση για τους λιγοστούς ανθρώπους που αγωνίζονται πια εκεί να επιβιώσουν. Όλα αφέθηκαν στην τύχη. Κάθε συμβολή της Πολιτείας υπήρξε αρνητική.
«Έχουμε τώρα την Εγνατία οδό», μου είπε ένας από τους κτηνοτρόφους, «που μας απόκοψε από τον κάμπο μας. Πρέπει να κάνουμε πλέον χιλιόμετρα με τα ζώα για να πάμε στις στάνες μας. Κάποιες φορές αναγκαζόμαστε να μπαίνουμε με τα τρακτέρ στην Εγνατία. Πες μου; Δεν είμαστε τότε δημόσιος κίνδυνος; Το είπαμε, κανείς δεν μας ακούει, λες και θέλουν να φύγουμε! Και κάνουν ό,τι μπορούν γι΄αυτό!».
Το πρόβλημα της Εγνατίας είναι χαρακτηριστικό. ΄Εχει συντμήσει εντυπωσιακά τον χρόνο μεταξύ Καστοριάς και Θεσσαλονίκης, όμως ο κακός και πρόχειρος σχεδιασμός του δρόμου δεν ωφελεί ουσιαστικά την ανάπτυξη της περιοχής αφού δεν έχει λάβει υπόψη καμία από τις τοπικές ανάγκες. Στην ουσία υποβαθμίζει τον τρόπο που μπορούν οι κάτοικοι να ζήσουν στην περιοχή τους -το φυσικό δικαίωμά τους- . Κι εκείνοι φυσικά δεν γνωρίζουν πως και από πού να το διεκδικήσουν.
Δεν έλαβε επίσης υπόψη του αυτός ο σχεδιασμός ούτε τον μοναδικό θύλακο διαβίωσης της αρκούδας στην πατρίδα μας στην ευρύτερη περιοχή της Πίνδου. Πάνω από έξη αρκούδες σκοτώθηκαν ήδη στην περιοχή τα τελευταία χρόνια πάνω στο οδόστρωμα της Εγνατίας από συγκρούσεις με αυτοκίνητα. Ισως, -μονάχα τότε - όταν θρηνήσουμε το πρώτο ανθρώπινο θύμα, θα μπορέσει και να γίνει κάτι για τις περίφημες «πράσινες γέφυρες» που χρειάζονται.

Απομονώνοντας η Εγνατία τις αρκούδες από δω και από κει, τις καθιστά ιδιαίτερα επιζήμιες για τους γεωργούς και κτηνοτρόφους γιατί στενεύουν τα περιθώρια αναζήτησης τροφής. Τις μέρες που ήμουν εκεί, είδα ένα ολόκληρο μποστάνι με τα πεπόνια και τα καρπούζια σπασμένα μετά από νυχτερινή επίσκεψη μιας αρκούδας. «Κάποιος πρέπει να την ενόχλησε» μου είπε ο γεωργός. «όταν ενοχληθεί η αρκούδα ή τραυματιστεί εκδικείται», συνέχισε «αλλά ξεσπάει όπου βρει, όχι αναγκαστικά σε αυτόν που φταίει…»

Η περιοχή του Δήμου Ίωνα Δραγούμη δεν μπήκε σε κανένα αναπτυξιακό σχέδιο, παρά την ιστορική σημασία της τόσο για την Μακεδονία, όσο και όλη την νεώτερη ιστορία μας. Το Ιστορικό & Λαογραφικό Μουσείο ,που είχε εξαγγελθεί και ορισθεί πως θα στεγάζονταν στο αξιόλογο κτήριο της παλιάς οικοκυρικής σχολής δεν έγινε ποτέ. Στο μεταξύ σημαντικές συλλογές μένουν διασκορπισμένες εδώ κι εκεί, σπάνιο υλικό καταστρέφεται και χάνεται και παραμένει αναξιοποίητο, παρά τις ακαταπόνητες προσπάθειες του ιστορικού Συνδέσμου Βογατσιωτών στη Θεσσαλονίκη, που επιτελεί αξιόλογο έργο στην προσπάθεια να διατηρηθεί η πολιτιστική κληρονομιά και η ταυτότητα του χωριού.

Πανέμορφες διαδρομές με μονοπάτια στα βουνά και την παραποτάμια περιοχή, στον Αλιάκμονα, όλες συνδεδεμένες με ιστορίες, διηγήσεις και γεγονότα από τον Μακεδονικό αγώνα, την αντίσταση και τον εμφύλιο ούτε έχουν καθαριστεί, ούτε έχουν αναδειχθεί με ανάλογη σηματοδότηση και πληροφοριακό υλικό.
Τις ιστορίες βέβαια τις θυμούνται οι παλαιότεροι μα όταν φύγει κι ο τελευταίος τους, αυτές αν δεν προλάβουν να καταγραφούν, θα χαθούν. Ένας φίλος που ανέλαβε να με ξεναγήσει μου διηγήθηκε πού και πως, σε έναν γκρεμό, έπεσε η κάπα του Παύλου Μελά και πως προδόθηκε η παρουσία του από αυτή την απλή ατυχία. Οι Ιστορίες είναι συνδεδεμένες με το τοπίο και τη γη. Ξεχνώντας τες χάνουμε ένα μέρος από την ταυτότητά μας σαν Έλληνες. Το περιβάλλον μας δεν είναι μόνο τα δέντρα αλλά είναι και η «Παράδοση». Τι έχει συμβεί γύρω και κάτω από αυτά τα δέντρα… Είμαστε κει εμείς δεμένοι μ’ αυτά. Από την άλλη φωνάζουμε ότι δεν παίζουμε τον ρόλο που θα έπρεπε στην διεθνή πολιτική. Μα πως, αν δεν φροντίσουμε πρώτα εμείς τη χώρα μας;

Στο παλιό Κωσταράζι, ένα χωριό φάντασμα πια - χτισμένο ψηλά στα βουνά- δεν υπάρχει ψυχή ζώσα. Και ούτε μια πινακίδα που να μαρτυρά. Οι κάτοικοι το εγκατέλειψαν κάποτε για να χτίσουν το νέο τους χωριό κάτω στον κάμπο. Κάθε χρόνο κάνουν μια γιορτή στο παλιό και θυμούνται. Περιμένουν μάταια κάτι να γίνει για την αναστήλωση ενός έστω κτίσματος, που να θυμίζει το χωριό όπου έζησαν οι παππούδες τους όμως τίποτε δεν προοιωνίζει γι’ αυτό μέχρι τώρα.

Μια επίσκεψη στο Κωσταράζι εντείνει επίσης την αίσθηση της εγκατάλειψης, την θλίψης, και της σκληρότητας που μπορεί να επιδείξει το ανθρώπινο είδος. Αυτό αποτελεί μια εμπειρία ζωής. Σε φέρνει κοντά στην ματαιότητα να προσπαθείς να ξαναμαζέψεις την ελπίδα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Τίποτε όμως, εκτός από την ομορφιά της φύσης γύρω, δεν σε βοηθάει για να το καταφέρεις.

«Εδώ αφέθηκαν όλα στη γούνα» μου είπαν στο καφενείο της πλατείας. «τα μεροκάματα ήταν τέτοια, που τα παιδιά άφηναν το σχολείο για να δουλέψουν σαν γουνεργάτες. Τώρα καταλάβαμε ότι αυτό ήταν λάθος. Αφήσαμε και τις καλλιέργειες, τα αφήσαμε όλα. Εδώ βγάζαμε ξακουστό κρασί, τώρα λιγοστά αμπέλια έχουν απομείνει. Σήμερα, με την κρίση και τον ανταγωνισμό από την Κίνα, μόνο ένας ίσως στους δέκα μπορεί πλέον να ζήσει με τη γούνα. Οι νέοι απομένουν άνεργοι, χωρίς μέλλον. Θέλουν να στραφούν αλλού, όμως δεν έχουν ούτε τις γνώσεις, ούτε και την κατάλληλη ενημέρωση ή καθοδήγηση.»


«Κάτι μου λέει ότι το Βογατσικό μπορεί να γίνει προορισμός» μου είπε ένας νέος μουσικός από τη Θεσσαλονίκη, όταν καθίσαμε να πιούμε τσίπουρα στο γειτονικό Γέρμα στο μεζεδοπωλείο, όπου έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε. «Πριν από μερικά χρόνια αγόρασα ένα χάλασμα. Όλοι περίμεναν ότι θα το γκρέμιζα να φτιάξω ένα καινούργιο σπίτι. Εγώ όμως όχι. Κάνοντας ένα μέρος της δουλειάς μόνος μου το ξαναφτιάχνω όπως ήταν. Αύριο έλα να το δεις…»

Το Βογατσικό, παλιό κεφαλοχώρι της περιοχής , φαίνεται πως έχει διατηρήσει σε μεγάλο βαθμότην αρχοντιά της ιδιότυπης αρχιτεκτονικής του. Ήδη μάλιστα, κάποια σπίτια έχουν αναπαλαιωθεί από ανθρώπους που θέλουν να έρχονται εδώ για διακοπές. Το κλίμα, το καλοκαίρι ευχάριστα δροσερό, σου επιτρέπει να ξεφεύγεις από την πνιγηρή υγρασία των πόλεων. Νοιώθει κανείς ανανεωμένος. Σε κάθε σοκάκι η γοητεία του τόπου σε μαγεύει καθώς το χωριό μοιάζει αναπαυτικά ξαπλωμένο στην αγκαλιά των βουνών αντικρίζοντας έναν ανοιχτό ορίζοντα που φτάνει μέχρι τον θαμπό Γράμμο. Βλέπεις τους καιρούς να έρχονται σαν να είσαι σε ανοιχτή θάλασσα. Μόνο που δεν είσαι…
Όμως πόσο καλύτερες θα ήταν οι μέρες του καλοκαιριού εδώ αν καθαρίζονταν τα νερά του Αλιάκμονα και τα παιδιά πάλι μπορούσαν να κολυμπήσουν άφοβα στο ποτάμι όπως παλιά. Αν έκαναν και πάλι την εμφάνισή τους στην αγορά του χωριού τα καλά ντόπια προϊόντα. Αν υπήρχε κάποια πληροφόρηση και φροντίδα. Αν γύρω δεν υπήρχε απελπισία αλλά περισσότερες δουλειές και υγιής ζωντάνια; Αν…

«Εξασθενές χρώμιο» μου είπε φίλος μου στην περιοχή, σχετικός με το θέμα. «Προέρχεται από τα βυρσοδεψεία της περιοχής. Δεν ξέρω τι πρέπει να γίνει. Το σύστημα είναι σάπιο, το ξέρω. Μπορεί να χρειαστούν ακτιβιστικές ενέργειες γιατί επισήμως, το πρόβλημα δεν υπάρχει, και φαντάσου, η Θεσσαλονίκη πίνει από τον Αλιάκμονα, Ούτε και ο βιολογικός καθαρισμός της λίμνης της Καστοριάς είναι πλήρης. Είναι βέβαια καλύτερα από παλιά, αλλά αυτό δεν αρκεί»


Είμαι βέβαιος ότι το Βογατσικό όχι μόνο θα μπορούσε να γίνει προορισμός ιστορικού και οικολογικού τουρισμού, αλλά και πόλος έλξης νέων κατοίκων που θέλουν να ξεφύγουν από την αβίωτη πλέον ζωή των πόλεων. Αρκεί να αναζωογονηθεί γιατί υπάρχουν οι ευκαιρίες να γίνει σωστή και βιώσιμη ανάπτυξη, αν διατηρήσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της η περιοχή και οι κάτοικοι να δικαιωθούν στον αγώνα τους, το πείσμα τους να μείνουν στον τόπο. Φέτος το καλοκαίρι είχε έρθει ένας νεαρός από τη Θεσσαλονίκη με τα «ράστα» μαλλιά του να βοηθήσει έναν φίλο του ως βοσκός.
«θα έμενες εδώ;» τον ρωτάω « Θα έμενα μου λέει, αν μπορούσα να επιβιώσω οικονομικά.»

Τις επόμενες μέρες, ψάχνοντας λύσεις και ιδέες για τα αγροτικά ζητήματα, βρέθηκα να συνομιλώ με τον Δημήτρη Λίτσα, έναν πολύ ιδιαίτερο γεωργό στη Θέρμη της Θεσσαλονίκης. Τρεις ώρες μιλάγαμε στο θαυμάσιο αγρόκτημά του. Μου έδωσε της βάσεις για μια νέα φιλοσοφία που πρέπει να αναπτύξουμε, να ξανακερδίσουν οι γεωργοί τον ρόλο που τους αξίζει στην κοινωνία, να μην είναι πλέον οι τελευταίοι τροχοί της αμάξης. «Παραγωγοί υγείας» μου λέει. «αυτός είναι ο ρόλος των γεωργών. Ο γιατρός θεραπεύει, οι γεωργοί όμως, μέσα από τα προϊόντα τους αλλά και την σχέση τους με τη γη, παράγουν την υγεία μας, είναι κάτι πολύ ευρύτερο από την θεραπεία, δεν είναι ούτε καν πρόληψη ασθενειών. Είναι άραγε το ίδιο για την υγεία μας οι βιομηχανικές καλλιέργειες και το agri-busyness με τις ωραίες παραδοσιακές καλλιέργειες και τα προϊόντα που μπορεί να μας προσφέρει η φύση; Ο τρόπος που χειριζόμαστε τη γη, ο τρόπος που έχουμε τις δοσοληψίες μας μαζί της παράγει ή όχι την υγεία μας.»

1 σχόλιο:

kostas kand είπε...

Συγχαρητήρια για το κείμενό σας και το ενδιαφέρον σας για την γενέτειρά σας. Επειδή τυχαία διάβασα το παραπάνω, θέλω να σας ενημερώσω πως εδώ και 2,5 χρόνια, από το Πάσχα του έτους 2014, γίνετε μία προσπάθεια αναβίωσης των παλιών μονοπατιών στο Βογατσικό. Δέστε εδώ: http://vogatsikoconstructionmountainpaths.blogspot.gr/
εδώ: https://www.facebook.com/mountain1361/?ref=aymt_homepage_panel
και εδώ: https://www.facebook.com/kostas.kand
Η δουλειά γίνετε εθελοντικά με αγάπη και μεράκι για τον τόπο μας! Με τον τρόπο αυτό πραγματοποιώ ένα όνειρο των παιδικών μου χρόνων, εφόσον από μικρός σε ηλικία, γύρισα την ευρύτερη περιοχή γύρω από το Χωριό ορεινή, ημιορεινή και πεδινή.