Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Πόσο κοστίζουν στο κράτος οι πολίτες;


Πριν από λίγο καιρό, ο Δήμος του Ελσίνκι θέλησε να μειώσει τα έξοδά του. Αποφάσισε, ίσως ανάμεσα σε άλλα μέτρα, να μαζεύει πιο αραιά τα σκουπίδια από τα πάρκα και τους κάδους του δρόμου (όχι τους σπιτικούς). Το σκεπτικό είναι ότι οι πολίτες θα πετούν λιγότερα σκουπίδια και θα μαζεύουν περισσότερα μόνοι τους. Θα  βλέπουν ότι συσσωρεύονται και θα τα παίρνουν μαζί τους για τους σπιτικούς κάδους ή θα δημιουργούν λιγότερα. Η πρώτη σκέψη, ως Έλληνας, ήταν να ανησυχήσω. 
Όμως αυτό είχε ήδη εφαρμοστεί στη Στοκχόλμη με επιτυχία, ήρθε και στο Ελσίνκι.
Πράγματι, έχει ήδη περάσει κάποιο καιρός και περπατώντας σήμερα στο πάρκο που βρίσκεται κοντά στο σπίτι μου για να πάω να πάρω το τραμ, δεν βλέπω περισσότερα σκουπίδια από πριν. Μπορεί και λιγότερα. Δεν ανησυχώ πλέον.  
Ταυτόχρονα, μειώθηκαν τα έξοδα του δημοσίου.
Τι λέτε λοιπόν;
Να το εφαρμόσουμε στην Ελλάδα, την όμορφη «Δανία του νότου;»
Εκ πρώτης θα μου πείτε όλοι «όχι, προς θεού! Έχουμε γεμίζει από σκουπίδια και το κράτος οφείλει να τα καθαρίζει, τι πληρώνουμε φόρους!»
Από την άλλη, θα σας ρωτήσω, και κοιταχτείτε στον καθρέφτη: πως και διατηρούμε το μετρό της Αθήνας τόσο καθαρό; Είμαστε λοιπόν ικανοί να σεβαστούμε αλλήλους και κοινούς χώρους αρκεί κάποιος να μας εμπνεύσει το σεβασμό, με το ζόρι έστω, αλλά να μας δείξει ότι έχει αξία, ότι πρέπει...έστω και με πρόστιμα.  
Με αυτόν τον τρόπο θα συμβάλλουμε στην εξοικονόμηση χρημάτων, εμείς χώρα υπερχρεωμένη σε αντίθεση με τη Φιλανδία που δεν χρωστάει, αλλά παρόλα αυτά εξοικονομεί όπου μπορεί.   
Όταν πριν από δυο χρόνια περίπου γέννησε η γυναίκα  μου στο Ελσίνκι, δεν μας κόστισε τίποτε, μέχρι και το ταξί για το μαιευτήριο το πλήρωσε το κράτος, όπως και για κάθε γυναίκα. Μας προσέφερε ακόμη μια πολύ ουσιαστική υπηρεσία: ένα ευρύχωρο δωμάτιο, όπου μπορούσαμε να κοιμηθούμε ολόκληρη η οικογένεια, μαζί με το νέο μωρό μας. Λίγο σαν να πήγαμε δωρεάν διακοπές.
Ταυτόχρονα όμως, κι εδώ στην υγεία,  το δημόσιο είχε καταβάλλει κάθε προσπάθεια να εξοικονομήσει χρήματα καταργώντας περιττές υπηρεσίες—πράγματα που μπορείς να κάνεις μόνος σου-- και βελτιώνοντας τις ουσιαστικές.
Φαγητό στο δωμάτιο για παράδειγμα δεν μας έφερνε κανείς. Έπρεπε να πάμε στην κοινόχρηστη τραπεζαρία-- ακόμη και η σύζυγός μου που είχε μόλις γεννήσει-- και να σερβιριστούμε μόνοι μας, να το ξαναζεστάνουμε αν χρειαστεί, να μαζέψουμε μετά τα πιάτα, να τα τακτοποιήσουμε στο πλυντήριο και να καθαρίσουμε τον χώρο για τους επόμενους, μαζεύοντας και το κάθε ψίχουλο για τον ειδικό κάδο με τα βιολογικά απορρίμματα.
Εξοικονόμησε λοιπόν το δημόσιο χρήματα καταργώντας προσωπικό. 
Να το εφαρμόσουμε κι αυτό;  Εμείς που έχουμε μάθει να μας τα σερβίρουν;
Έχουμε λοιπόν συνηθίσει να περιμένουμε σαν μικρά παιδιά να τα κάνει όλα για μας το κράτος, να μην αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας και ταυτόχρονα να το κατηγορούμε για την αποτυχία του. Αδιαφορούμε για το αν κι εμείς συμβάλλουμε στο πρόβλημα καταδικάζοντάς με την συμπεριφορά μας αυτή σε αποτυχία. Ως αποτέλεσμα αποκτούμε τους αντίστοιχους πολιτικούς που μέσα σε ένα κλίμα ματαιότητας μας εκμεταλλεύονται υποσχόμενοι ότι θα τα κάνουν όλα για μας, ενώ από μέσα μας όλοι ξέρουμε ότι αυτό είναι αδύνατον.
Σκεφτήκαμε πόσο όλοι μας φταίμε για το κακό χάλι της οικονομίας; Υπάρχει κάποιος που δεν έχει συνηθίσει πλέον, στην  «Δανία του Νότου» το καθεστώς που επιβάλλει να κλέβουμε όλοι το δημόσιο με το να μην ζητάμε για παράδειγμα ούτε και να κόβουμε αποδείξεις; Ποιος ζήτησε απόδειξη από Γιατρό, Δικηγόρο, Υδραυλικό, Ταξιτζή, Ηλεκτρολόγο, Συνεργείο;  
Ποιος φταίει; Μόνο ο επαγγελματίας ή μήπως όλοι μας;
Σκοπεύουμε λοιπόν να το αλλάξουμε; Ένας πολιτικός που θα μας το επιβάλλει τι είναι; καλός ή κακός;    
Βοηθάμε άραγε την Ελλάδα ή την βουλιάζουμε όλοι σιγά σιγά σαν βάρκα που τρυπάμε;
Ένας από τους λόγους που ανήκω στους Οικολόγους Πράσινους είναι ότι ζητάμε «υπεύθυνους πολίτες» και το σύνθημα «αλλάζουμε την πολιτική, αλλάζουμε κι εμείς» είναι πολύ βασικό. Τίποτε δεν θα αλλάξει χωρίς την συμμετοχή των πολιτών και συμμετοχή σημαίνει απαραιτήτως ευθύνη.
Είναι πολλά τα πεδία που πρέπει να αλλάξουμε, αλλά το πρώτο που θα έπρεπε να γίνει είναι μια μεγάλη εκστρατεία αλλαγής της νοοτροπίας μας, συνειδητοποίησης της ευθύνης που φέρουμε ο καθένας μας. Να μάθουμε οτι δεν φταίνε οι άλλοι για όλα.   
           

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Εγώ + οι άλλοι = η Πόλη




Η πρόσφατη  καμπάνια των Φιλανδών Πράσινων στις αυτοδιοικητικές εκλογές είχε σαν σύνθημα μια εξίσωση: "Εγώ συν οι άλλοι ίσον η πόλη". Εκ πρώτης ίσως δυσνόητο ως επιλογή για σύνθημα, αλλά σε μια χώρα που έχει επενδύσει στην παιδεία και άρα στη σκέψη, αποτελεί έναν ορισμό ενός νέου τρόπου αντίληψης πάνω στο τι είναι περιβάλλον σε σχέση με την συλλογικότητα. Η επιλογή του "Εγώ συν οι άλλοι" αντί του παραδοσιακού πολιτικοποιημένου "Εμείς", (εμείς θέλουμε… εμείς απαιτούμε…)  υποδηλώνει ότι η συνειδητοποίηση του προσωπικού μας ρόλου, οδηγεί στην συμμετοχή μας σε μια συλλογικότητα που διαμορφώνει και το κοινό μας περιβάλλον. Δεν μπορεί ένα λειτουργικό «εμείς» να υπάρξει αν δεν αποτελείται από πολλά «εγώ». Αν δεν γνωρίσουμε λοιπόν καλά το «εγώ» μας, πως θα ενταχθούμε σε μια συλλογικότητα, χωρίς να είμαστε απλώς οπαδοί που εντάσσονται στην ομάδα με στόχο να απολέσουν το «εγώ» τους και όχι να το κατανοήσουν βαθύτερα, να αναπτύξουν και να κατατείνουν στην αρμονική συναίνεση με την πραγματικότητα των υπολοίπων διαφορετικών «εγώ». Η μέθοδος, η παιδεία, η αξιολόγηση κοινών στόχων είναι αυτά που θα μας βοηθήσουν να εντάξουμε ομαλά το «εγώ» μας, χωρίς να το αφανίσουμε μέσα στην επικίνδυνη  απουσία του της ομαδοποίησης ή οπαδοποίησης. Πώς, αν δεν γνωρίσουμε το εγώ μας, θα γνωρίσουμε το εγώ του άλλου ώστε να συνεννοηθούμε; Σε μια ομάδα «οπαδών» -- όχι μόνον ποδοσφαίρου, αλλά μιας ιδέας ή ακόμη και πολιτικής—η επικοινωνία είναι προσωρινή και μερική γιατί στηρίζεται σε κάτι έξω από το «εγώ» των μελών της. Μόλις αυτό το «κάτι» αλλοιωθεί η επικοινωνία διαλύεται. Η επικοινωνία όμως που συμπεριλαμβάνει και τα πολλαπλά «εγώ» εμπεριέχει την συνειδητοποίηση της διαφορετικότητας του καθενός από αυτά και συνεπώς τείνει προς τη σταθερότητα. Λέω «τείνει», γιατί μιλώ θεωρητικά, η πράξη εμπεριέχει πολλές δυσκολίες.    
Θα χρειαστεί περαιτέρω να κατανοήσουμε πως λειτουργεί το "εγώ" μας σε σχέση με το θεωρητικό αλλά υπαρκτό "εγώ" της πολιτικής. Ίσως μάλιστα αυτό το "εγώ" συν οι "άλλοι" να αποτελεί και την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στην πράσινη οπτική και την οπτική άλλων κομμάτων ιδιαίτερα των αριστερών που επίσης έχουν ως αφετηρία παρόμοια κινήματα αλλά παραμένουν στο «εμείς». Η πράσινη σκέψη πρέπει να βλέπει  μια διπλή εικόνα: άτομο μέσα στο σύνολο, εικόνα του συνόλου μέσα στο άτομο, αλληλεξάρτηση, κοινή ευθύνη.                

Συγκοινωνούντα Δοχεία




Είναι γνωστό η οικολογία δεν περιγράφει τα πράγματα ξεκομμένα το ένα απ' τ΄άλλο, αλλά κοιτάζει περισσότερο τις σχέσεις και τις αλληλοεξαρτήσεις των πραγμάτων μεταξύ τους.
Δεν μπορείς να περιγράψεις ένα είδος, τα μεγέθη του, τις ιδιότητές του παρά μόνο αν  το συνδέσεις με τον βιότοπό του, τη σχέση του με τα άλλα είδη στον βιότοπό του και τα αβιοτικά στοιχεία αλλά και την προϊστορία της εξέλιξής του και της προσαρμογής του. Μόνο τότε θα μιλήσεις για την οικολογία του με πλήρη τρόπο. Θεωρώ την  οικολογία μια μέθοδο κατανόησης της πραγματικότητας χρήσιμη, εφόσον στην ανάλυσή της δεν κατηγοριοποιεί παραβλέποντας ό,τι βρίσκεται ανάμεσα στις κατηγoρίες. Είναι σαν να βλέπει την πραγματικότητα ως συγκοινωνούντα δοχεία και εξετάζει όχι μόνο τα δοχεία χωριστά αλλά και τις διόδους επικοινωνίας τους. Αυτό, μπορεί να διατυπωθεί με τον όρο «ολιστική προσέγγιση», που βέβαια ως όρος πρέπει να εξηγηθεί στις λεπτομέρειές του γιατί δεν είναι εύκολα κατανοητές οι παράμετροι λειτουργίας του.   
Με αυτόν τον τρόπο, εν τέλει, όλα συνδέονται μεταξύ τους, ακόμη και τα εκ πρώτης όψεως πιο απίθανα  Ίσως μάλιστα, συνδέοντας τα απίθανα, θα μπορέσουμε να προσεγγίσουμε περισσότερο την πραγματικότητα, να αποκτήσουμε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη «ολιστική»  αντίληψη που θα μας οδηγεί και στις κρίσεις μας, στις αποφάσεις μας και εν τέλει στον διάλογο που θέλουμε να θέσουμε για την προσαρμογή της πολιτικής. Με δυο λόγια, το σημείο που θα πρέπει να ψάχνουμε συνεχώς για απαντήσεις, φορώντας «οικολογικά γυαλιά» είναι το πώς και πού συνδέονται οι μονίμως ρευστές πραγματικότητες. Ίσως να ανακαλύψουμε ότι οι συνδέσεις είναι πιο σταθερές από αυτές τις ίδιες τις πραγματικότητες.    
Ο σωστός οικολόγος λοιπόν, ιδίως αν ασχολείται με την πολιτική, γιατί μέσα από αυτήν έχει την ελπίδα να οικοδομήσει ένα καλύτερο κόσμο, δεν ψάχνει να μιλήσει για πράγματα ξεκομμένα μεταξύ τους, αντίθετα, όσα περισσότερα μπορεί να συνδέσει, όσες περισσότερες παραμέτρους, τόσο πιο «οικολογικές» θα είναι οι προτάσεις και τα συμπεράσματά του και τόσο περισσότερο με μικρές αλλαγές και παρεμβάσεις θα μπορεί να πετύχει μεγάλα αποτελέσματα, κατανοώντας πως μια παρέμβαση σε ένα πράγμα επιδρά στα υπόλοιπα. Ταυτόχρονα θα μπορεί ευκολότερα να θέτει λειτουργικές προτεραιότητες. Γνωρίζοντας καλά τις συνδέσεις, μπορεί ενώ λαμβάνει υπ’ όψη του πολλά θέματα ενώ μιλάει για ένα, να παραμένει ταυτόχρονα αυστηρά μέσα στο θέμα.  

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

Έχουν οι Οικολόγοι Πράσινοι copyright για τις προτάσεις τους;

Εμείς, οι Οικολόγοι Πράσινοι δεν εφεύραμε τίποτε: ούτε την φύση, ούτε το ποδήλατο, ούτε το τραίνο, ούτε τα δάση...

Αυτό που εφεύραμε είναι μια οπτική γωνία, έναν τρόπο σκέψης που εξετάζει περισσότερο τις "σχέσεις" μεταξύ των πραγμάτων, τις συνάψεις και τις αλληλεπιδράσεις κατανοώντας, με βάση την οικολογική σοφία και επιστήμη πως όλα συνδέονται, μικρά με μεγάλα, πάνω με κάτω, τοπικά με παγκόσμια.

Εφεύραμε ίσως την "ολιστική" προσέγγιση και στόχος μας είναι το πώς θα εφαρμοστεί αυτό στην πολιτική.

Εφεύραμε ή μάλλον θεωρούμε ότι πρέπει να συνυπολογίζεται στην πολιτική το γεγονός πως για να λύσεις ένα συγκεκριμένο πρόβλημα πρέπει να εξετάσεις πολλές παραμέτρους σε πολλά πεδία φαινομενικώς μη άμεσα σχετιζόμενα, γιατί λύνοντάς το μπορεί να προκαλέσεις παραπλεύρως δέκα άλλα χειρότερα που ακυρώνουν την λύση που έδωσες.

Με τον ίδιο τρόπο οι λύσεις που προτείνουμε στοχεύουν στο να λύσουν πολλά προβλήματα ταυτόχρονα και δεν είναι ποτέ μονοθεματικές, παράλληλες αποξενωμένες ή μία από την άλλη ευθείες αλλά τεμνόμενες γραμμές με συνδέσεις και συνδεόμενους στόχους.

Υιοθετώντας λοιπόν μια ιδέα μας, κάποιος άλλος πολιτικός, πιστεύω, εν μέρει δέχεται, ή εν δυνάμει δέχεται και την οπτική γωνία-- δεν μπορούμε ούτε να του το απαγορεύσουμε ούτε και να αντιδράσουμε αρνητικά λέγοντας "δικιά μας, φέρ’την πίσω ρε!" ή "πλήρωσε τα δικαιώματα".

Απλά μπορούμε να χαρούμε που υιοθέτησε την ιδέα μας και να του πούμε "αφού σου άρεσε αυτό, κάνε κι άλλα τέτοια". Πρεσβεύουμε την θετικότητα και όχι την άρνηση.

Λέμε για παράδειγμα "Τραίνα και όχι αυτοκινητόδρομοι για την μεταφορά εμπορευμάτων, κάτω οι νταλίκες, ζήτω τα εμπορικά τραίνα!"

Έρχεται μια κυβέρνηση και το υιοθετεί-- στην Φιλανδία για παράδειγμα, μια δεξιά κυβέρνηση σε συνεργασία με τους πράσινους αυτό το έχει υιοθετήσει, πιεσμένη ίσως από την ίδια την ανάγκη για συνεργασία.

Λίγες νταλίκες βλέπεις πλέον σε πολλές περιοχές, εκτός κι αν έρχονται από τη Ρωσία και όμορφοι μικροί επαρχιακοί δρόμοι παραμένουν κύρια πρόσβαση σε πολλές μεσαίες επαρχιακές πόλεις.

Από την άλλη, η ίδια δεξιά κυβέρνηση δεν έχει αποκηρύξει τα πυρηνικά-- παρόλα αυτά οι πράσινοι παραμένουν στη συνεργασία, έχοντας κάνει κάποιους συμβιβασμούς. Πολλοί είπαν ότι παρέβησαν τις αρχές τους...λάθος για μένα αυτή η κριτική από όποιον το είπε. Η συνεργασία δεν άλλαξε τη θέση τους για τη πυρηνικά, απλώς παραμένει στα ζητούμενα που πρέπει ακόμη να πείσουν πολιτικούς και πολίτες.

Αυτοί οι συμβιβασμοί είναι ακριβώς αυτοί που έχουν την ουσία. Αν δεν κάνεις, μένεις έξω και αποτελείς απλώς ένα λόμπυ και τίποτε άλλο.

Γι αυτό οι συνεργασίες και οι συμβιβασμοί έχουν περισσότερο νόημα από την αποχή. Μπορείς να διαπραγματευτείς κάποιες εφαρμογές προτάσεων, επεμβαίνοντας στην οπτική γωνία της πολιτικής του άλλου.

Το να λέμε λοιπόν, "δεν συμμετέχουμε επειδή δεν είπε το ΠΑΣΟΚ ακόμη το σίγουρο όχι για τον Αχελώο", είναι για μένα λάθος.

Μπορεί όμως να περιμένει το Ελληνικό περιβάλλον άλλα –δεν ξέρω πόσα χρόνια να ωριμάσουμε και να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε χρήσιμους συμβιβασμούς που θα μας πάνε παραπέρα, βασικό όπλο της κουλτούρας συνεργασιών και συναινέσεων που λέμε ότι επιδιώκουμε;

Αυτό δεν το ξέρω αλλά σκέπτομαι πως όχι.

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

Ναι ή όχι;

Είμαι κατά της κατοχύρωσης ευρεσιτεχνίας στις προτάσεις μας ως Οικολόγοι Πράσινοι.

Αντίθετα αυτό που πρέπει να επιδιώκουμε είναι η εφαρμογή τους, όπου και όποτε είναι αυτό εφικτό από όποιον φορέα τις υιοθετεί. Πρέπει να οδηγηθούμε σε έναν νέο πολιτισμό όπου τα ζητήματα της σχέσης μας με το περιβάλλον να είναι αυτονόητα.

Πρέπει να σκεπτόμαστε υπερβατικά και να μαχόμαστε πρακτικά, πέρα από σκληρές κομματικές περιχαρακώσεις.

Σήμερα, ένας δεξιός δήμαρχος στην Ανάβρα Μαγνησίας απέδειξε ότι η αποκέντρωση με πράσινη οπτική είναι εφικτή.

Ένα μέρος της επιτυχίας μας είναι ότι οι προτάσεις μας μπορούν να εφαρμοστούν και από άλλους εν πολλοίς γιατί όχι μόνο είναι σωστές αλλά συχνά είναι μονόδρομος. Οφείλουμε , ως Οικολόγοι, να το ενθαρρύνουμε. Δεν μπορούμε να περιμένουμε την ανατροπή του καπιταλισμού, όπως η αριστερά, για να πετύχουμε πράγματα στην πράξη. Αν περιμένουμε κάτι τέτοιο, δεν διαφέρουμε σε τίποτε από την αριστερά.

Πως όμως αντιδρούμε τώρα που το ΠΑΣΟΚ υιοθετεί κάποια πράγματα, έστω και στα λόγια ή ανεπαρκώς από αυτά που λέμε, αφού ο στόχος μας είναι κάποτε να μην έχουμε λόγο ύπαρξης;

Συμβάλλουμε στο έργο του-- όπου μπορούμε, προσπαθώντας να του δώσουμε όσο μπορούμε δική μας κατεύθυνση, αφού το περιεχόμενο αποδεικνύεται ρευστό-- μετέχοντας, συνειδητοί όμως για την διαφορετικότητά μας και το οραματικό μας βάθος ή απέχουμε κομματικά περιχαρακωμένοι, προσβλέποντας στην αποτυχία του για να αναδειχτούμε ως κόμμα?

Πιστεύω ότι πρέπει να συμμετέχουμε. Να συμβάλουμε χωρίς αρχική δυσπιστία και επιφύλαξη στην επιτυχία για το καλό όλων των πολιτών.

Πως δικαιολογούμε πολιτικά την αποχή μας σε προσκλήσεις συμμετοχής, αφού ιδεολογικά επιδιώκουμε την μακροπρόθεσμη μη ανάγκη ύπαρξης μας ως ξεχωριστού κινήματος? Πρέπει λοιπόν να κατακρίνουμε από απόσταση ασφαλείας πολιτικούς σαν τον Ομπάμα, ή τον Παπανδρέου ή να τους συνδράμουμε να κάνουν περισσότερα συμμετέχοντας αλλά και κρίνοντας ξεκάθαρα από το αποτέλεσμα που περιλαμβάνει και την δική μας συμμετοχή;

Δεν πιστεύω με κανέναν τρόπο βέβαια ότι έφτασε η στιγμή, που δεν χρειαζόμαστε ως κίνημα και κόμμα, αλλά δεν πρέπει να δείχνουμε--από τώρα-- ότι αυτό επιδιώκουμε να πετύχουμε σε μεγάλο βάθος χρόνου, έστω κι αν βλέπουμε τον μακρύ και ακανθώδη δρόμο να ξετυλίγεται? Αυτή η εναλλαγή και αντίφαση ανάμεσα στην απόλυτη και επείγουσα ανάγκη ύπαρξής μας και ταυτόχρονα την επιδίωξη της ανυπαρξίας μας δεν είναι αυτό ακριβώς που μας κάνει διαφορετικούς και ταυτόχρονα το δυνατό και ηθικότερο σημείο στήριξης και δικαιολόγησης του αναγκαίου της ύπαρξής μας ως κόμμα με μη κομματικά όρια και δομή αλλά ανοιχτά, κινηματικά, οραματικά και ελεύθερα όρια;

Εν τέλει οι έννοιες "κίνημα" και "κόμμα" εμπεριέχουν κάποιες αντιφάσεις τακτικής και στρατηγικής.

Το σωστό είναι ότι θα έπρεπε να είμαστε κάπου ανάμεσα στα δυο: ταυτόχρονα ανοιχτοί σε κάθε λογής συνεργασίες, με στόχους που δεν δείχνουν κομματική περιχαράκωση αλλά και έτοιμοι να ανασυντασσόμαστε ως κόμμα, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση.

Για μένα αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μεγάλη ελευθερία προσωπικών επιλογών για όλα τα μέλη μας και όχι το μάντρωμα γύρω από κεντρικές αποφάσεις και γραμμές ώστε όλοι, ατομικά να συμβάλλουν όπου μπορούν περισσότερο, να απλώσουν τον λόγο και το έργο τους και ταυτόχρονα να μετέχουν της μεγάλης και πλατειάς συλλογικότητας του οικολογικού κινήματος που το κόμμα αποτελεί μία από τις κεντρικές μορφές έκφρασής του, μέχρι την εδραίωση του νέου πολιτισμού που επιδιώκουμε .

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

Επιστροφή στο Βογατσικό




Επιστροφή στο Βογατσικό

Από τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στο Βογατσικό, προγονικό τόπο καταγωγής μου, δύο πράγματα αντιφατικά κυριαρχούν στη σκέψη μου. Πρώτα πόσο όμορφος είναι αυτός ο τόπος και πως έχει μέχρι σήμερα καταφέρει να κρατηθεί και να διατηρηθεί, σαν ένας μικρός παράδεισος.
Όμως -όχι πολύ αργότερα από την πρώτη επαφή- μόλις κανείς ψαύσει ελάχιστα την όψη των πραγμάτων, συνειδητοποιεί πως ο παράδεισος αυτός, χάρη στην απίθανη αδιαφορία και απαξίωση της πολιτείας για την επαρχία (και γιατί ν’ αποτελέσει μια εξαίρεση το Βογατσικό;) δεν είναι παρά μια κόλαση για τους λιγοστούς ανθρώπους που αγωνίζονται πια εκεί να επιβιώσουν. Όλα αφέθηκαν στην τύχη. Κάθε συμβολή της Πολιτείας υπήρξε αρνητική.
«Έχουμε τώρα την Εγνατία οδό», μου είπε ένας από τους κτηνοτρόφους, «που μας απόκοψε από τον κάμπο μας. Πρέπει να κάνουμε πλέον χιλιόμετρα με τα ζώα για να πάμε στις στάνες μας. Κάποιες φορές αναγκαζόμαστε να μπαίνουμε με τα τρακτέρ στην Εγνατία. Πες μου; Δεν είμαστε τότε δημόσιος κίνδυνος; Το είπαμε, κανείς δεν μας ακούει, λες και θέλουν να φύγουμε! Και κάνουν ό,τι μπορούν γι΄αυτό!».
Το πρόβλημα της Εγνατίας είναι χαρακτηριστικό. ΄Εχει συντμήσει εντυπωσιακά τον χρόνο μεταξύ Καστοριάς και Θεσσαλονίκης, όμως ο κακός και πρόχειρος σχεδιασμός του δρόμου δεν ωφελεί ουσιαστικά την ανάπτυξη της περιοχής αφού δεν έχει λάβει υπόψη καμία από τις τοπικές ανάγκες. Στην ουσία υποβαθμίζει τον τρόπο που μπορούν οι κάτοικοι να ζήσουν στην περιοχή τους -το φυσικό δικαίωμά τους- . Κι εκείνοι φυσικά δεν γνωρίζουν πως και από πού να το διεκδικήσουν.
Δεν έλαβε επίσης υπόψη του αυτός ο σχεδιασμός ούτε τον μοναδικό θύλακο διαβίωσης της αρκούδας στην πατρίδα μας στην ευρύτερη περιοχή της Πίνδου. Πάνω από έξη αρκούδες σκοτώθηκαν ήδη στην περιοχή τα τελευταία χρόνια πάνω στο οδόστρωμα της Εγνατίας από συγκρούσεις με αυτοκίνητα. Ισως, -μονάχα τότε - όταν θρηνήσουμε το πρώτο ανθρώπινο θύμα, θα μπορέσει και να γίνει κάτι για τις περίφημες «πράσινες γέφυρες» που χρειάζονται.

Απομονώνοντας η Εγνατία τις αρκούδες από δω και από κει, τις καθιστά ιδιαίτερα επιζήμιες για τους γεωργούς και κτηνοτρόφους γιατί στενεύουν τα περιθώρια αναζήτησης τροφής. Τις μέρες που ήμουν εκεί, είδα ένα ολόκληρο μποστάνι με τα πεπόνια και τα καρπούζια σπασμένα μετά από νυχτερινή επίσκεψη μιας αρκούδας. «Κάποιος πρέπει να την ενόχλησε» μου είπε ο γεωργός. «όταν ενοχληθεί η αρκούδα ή τραυματιστεί εκδικείται», συνέχισε «αλλά ξεσπάει όπου βρει, όχι αναγκαστικά σε αυτόν που φταίει…»

Η περιοχή του Δήμου Ίωνα Δραγούμη δεν μπήκε σε κανένα αναπτυξιακό σχέδιο, παρά την ιστορική σημασία της τόσο για την Μακεδονία, όσο και όλη την νεώτερη ιστορία μας. Το Ιστορικό & Λαογραφικό Μουσείο ,που είχε εξαγγελθεί και ορισθεί πως θα στεγάζονταν στο αξιόλογο κτήριο της παλιάς οικοκυρικής σχολής δεν έγινε ποτέ. Στο μεταξύ σημαντικές συλλογές μένουν διασκορπισμένες εδώ κι εκεί, σπάνιο υλικό καταστρέφεται και χάνεται και παραμένει αναξιοποίητο, παρά τις ακαταπόνητες προσπάθειες του ιστορικού Συνδέσμου Βογατσιωτών στη Θεσσαλονίκη, που επιτελεί αξιόλογο έργο στην προσπάθεια να διατηρηθεί η πολιτιστική κληρονομιά και η ταυτότητα του χωριού.

Πανέμορφες διαδρομές με μονοπάτια στα βουνά και την παραποτάμια περιοχή, στον Αλιάκμονα, όλες συνδεδεμένες με ιστορίες, διηγήσεις και γεγονότα από τον Μακεδονικό αγώνα, την αντίσταση και τον εμφύλιο ούτε έχουν καθαριστεί, ούτε έχουν αναδειχθεί με ανάλογη σηματοδότηση και πληροφοριακό υλικό.
Τις ιστορίες βέβαια τις θυμούνται οι παλαιότεροι μα όταν φύγει κι ο τελευταίος τους, αυτές αν δεν προλάβουν να καταγραφούν, θα χαθούν. Ένας φίλος που ανέλαβε να με ξεναγήσει μου διηγήθηκε πού και πως, σε έναν γκρεμό, έπεσε η κάπα του Παύλου Μελά και πως προδόθηκε η παρουσία του από αυτή την απλή ατυχία. Οι Ιστορίες είναι συνδεδεμένες με το τοπίο και τη γη. Ξεχνώντας τες χάνουμε ένα μέρος από την ταυτότητά μας σαν Έλληνες. Το περιβάλλον μας δεν είναι μόνο τα δέντρα αλλά είναι και η «Παράδοση». Τι έχει συμβεί γύρω και κάτω από αυτά τα δέντρα… Είμαστε κει εμείς δεμένοι μ’ αυτά. Από την άλλη φωνάζουμε ότι δεν παίζουμε τον ρόλο που θα έπρεπε στην διεθνή πολιτική. Μα πως, αν δεν φροντίσουμε πρώτα εμείς τη χώρα μας;

Στο παλιό Κωσταράζι, ένα χωριό φάντασμα πια - χτισμένο ψηλά στα βουνά- δεν υπάρχει ψυχή ζώσα. Και ούτε μια πινακίδα που να μαρτυρά. Οι κάτοικοι το εγκατέλειψαν κάποτε για να χτίσουν το νέο τους χωριό κάτω στον κάμπο. Κάθε χρόνο κάνουν μια γιορτή στο παλιό και θυμούνται. Περιμένουν μάταια κάτι να γίνει για την αναστήλωση ενός έστω κτίσματος, που να θυμίζει το χωριό όπου έζησαν οι παππούδες τους όμως τίποτε δεν προοιωνίζει γι’ αυτό μέχρι τώρα.

Μια επίσκεψη στο Κωσταράζι εντείνει επίσης την αίσθηση της εγκατάλειψης, την θλίψης, και της σκληρότητας που μπορεί να επιδείξει το ανθρώπινο είδος. Αυτό αποτελεί μια εμπειρία ζωής. Σε φέρνει κοντά στην ματαιότητα να προσπαθείς να ξαναμαζέψεις την ελπίδα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Τίποτε όμως, εκτός από την ομορφιά της φύσης γύρω, δεν σε βοηθάει για να το καταφέρεις.

«Εδώ αφέθηκαν όλα στη γούνα» μου είπαν στο καφενείο της πλατείας. «τα μεροκάματα ήταν τέτοια, που τα παιδιά άφηναν το σχολείο για να δουλέψουν σαν γουνεργάτες. Τώρα καταλάβαμε ότι αυτό ήταν λάθος. Αφήσαμε και τις καλλιέργειες, τα αφήσαμε όλα. Εδώ βγάζαμε ξακουστό κρασί, τώρα λιγοστά αμπέλια έχουν απομείνει. Σήμερα, με την κρίση και τον ανταγωνισμό από την Κίνα, μόνο ένας ίσως στους δέκα μπορεί πλέον να ζήσει με τη γούνα. Οι νέοι απομένουν άνεργοι, χωρίς μέλλον. Θέλουν να στραφούν αλλού, όμως δεν έχουν ούτε τις γνώσεις, ούτε και την κατάλληλη ενημέρωση ή καθοδήγηση.»


«Κάτι μου λέει ότι το Βογατσικό μπορεί να γίνει προορισμός» μου είπε ένας νέος μουσικός από τη Θεσσαλονίκη, όταν καθίσαμε να πιούμε τσίπουρα στο γειτονικό Γέρμα στο μεζεδοπωλείο, όπου έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε. «Πριν από μερικά χρόνια αγόρασα ένα χάλασμα. Όλοι περίμεναν ότι θα το γκρέμιζα να φτιάξω ένα καινούργιο σπίτι. Εγώ όμως όχι. Κάνοντας ένα μέρος της δουλειάς μόνος μου το ξαναφτιάχνω όπως ήταν. Αύριο έλα να το δεις…»

Το Βογατσικό, παλιό κεφαλοχώρι της περιοχής , φαίνεται πως έχει διατηρήσει σε μεγάλο βαθμότην αρχοντιά της ιδιότυπης αρχιτεκτονικής του. Ήδη μάλιστα, κάποια σπίτια έχουν αναπαλαιωθεί από ανθρώπους που θέλουν να έρχονται εδώ για διακοπές. Το κλίμα, το καλοκαίρι ευχάριστα δροσερό, σου επιτρέπει να ξεφεύγεις από την πνιγηρή υγρασία των πόλεων. Νοιώθει κανείς ανανεωμένος. Σε κάθε σοκάκι η γοητεία του τόπου σε μαγεύει καθώς το χωριό μοιάζει αναπαυτικά ξαπλωμένο στην αγκαλιά των βουνών αντικρίζοντας έναν ανοιχτό ορίζοντα που φτάνει μέχρι τον θαμπό Γράμμο. Βλέπεις τους καιρούς να έρχονται σαν να είσαι σε ανοιχτή θάλασσα. Μόνο που δεν είσαι…
Όμως πόσο καλύτερες θα ήταν οι μέρες του καλοκαιριού εδώ αν καθαρίζονταν τα νερά του Αλιάκμονα και τα παιδιά πάλι μπορούσαν να κολυμπήσουν άφοβα στο ποτάμι όπως παλιά. Αν έκαναν και πάλι την εμφάνισή τους στην αγορά του χωριού τα καλά ντόπια προϊόντα. Αν υπήρχε κάποια πληροφόρηση και φροντίδα. Αν γύρω δεν υπήρχε απελπισία αλλά περισσότερες δουλειές και υγιής ζωντάνια; Αν…

«Εξασθενές χρώμιο» μου είπε φίλος μου στην περιοχή, σχετικός με το θέμα. «Προέρχεται από τα βυρσοδεψεία της περιοχής. Δεν ξέρω τι πρέπει να γίνει. Το σύστημα είναι σάπιο, το ξέρω. Μπορεί να χρειαστούν ακτιβιστικές ενέργειες γιατί επισήμως, το πρόβλημα δεν υπάρχει, και φαντάσου, η Θεσσαλονίκη πίνει από τον Αλιάκμονα, Ούτε και ο βιολογικός καθαρισμός της λίμνης της Καστοριάς είναι πλήρης. Είναι βέβαια καλύτερα από παλιά, αλλά αυτό δεν αρκεί»


Είμαι βέβαιος ότι το Βογατσικό όχι μόνο θα μπορούσε να γίνει προορισμός ιστορικού και οικολογικού τουρισμού, αλλά και πόλος έλξης νέων κατοίκων που θέλουν να ξεφύγουν από την αβίωτη πλέον ζωή των πόλεων. Αρκεί να αναζωογονηθεί γιατί υπάρχουν οι ευκαιρίες να γίνει σωστή και βιώσιμη ανάπτυξη, αν διατηρήσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της η περιοχή και οι κάτοικοι να δικαιωθούν στον αγώνα τους, το πείσμα τους να μείνουν στον τόπο. Φέτος το καλοκαίρι είχε έρθει ένας νεαρός από τη Θεσσαλονίκη με τα «ράστα» μαλλιά του να βοηθήσει έναν φίλο του ως βοσκός.
«θα έμενες εδώ;» τον ρωτάω « Θα έμενα μου λέει, αν μπορούσα να επιβιώσω οικονομικά.»

Τις επόμενες μέρες, ψάχνοντας λύσεις και ιδέες για τα αγροτικά ζητήματα, βρέθηκα να συνομιλώ με τον Δημήτρη Λίτσα, έναν πολύ ιδιαίτερο γεωργό στη Θέρμη της Θεσσαλονίκης. Τρεις ώρες μιλάγαμε στο θαυμάσιο αγρόκτημά του. Μου έδωσε της βάσεις για μια νέα φιλοσοφία που πρέπει να αναπτύξουμε, να ξανακερδίσουν οι γεωργοί τον ρόλο που τους αξίζει στην κοινωνία, να μην είναι πλέον οι τελευταίοι τροχοί της αμάξης. «Παραγωγοί υγείας» μου λέει. «αυτός είναι ο ρόλος των γεωργών. Ο γιατρός θεραπεύει, οι γεωργοί όμως, μέσα από τα προϊόντα τους αλλά και την σχέση τους με τη γη, παράγουν την υγεία μας, είναι κάτι πολύ ευρύτερο από την θεραπεία, δεν είναι ούτε καν πρόληψη ασθενειών. Είναι άραγε το ίδιο για την υγεία μας οι βιομηχανικές καλλιέργειες και το agri-busyness με τις ωραίες παραδοσιακές καλλιέργειες και τα προϊόντα που μπορεί να μας προσφέρει η φύση; Ο τρόπος που χειριζόμαστε τη γη, ο τρόπος που έχουμε τις δοσοληψίες μας μαζί της παράγει ή όχι την υγεία μας.»

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Αποτέλεσμα εκλογών

Θέλω, ως μέλος των Οικολόγων Πράσινων, παρόλο που δεν ήμουν υποψήφιος σε αυτές τις εκλογές, να ευχαριστήσω όσους πολίτες μας εμπιστεύτηκαν με την ψήφο τους και έδειξαν ότι ο δρόμος της οικολογίας στην πολιτική είναι ο δρόμος για το μέλλον, έναν καλύτερο, πιό δίκαιο και πιό ειρηνικό κόσμο.

Παρότι το αποτέλεσμα δεν έπέτρεψε την είσοδό μας τώρα στην βουλή, το ποσοστό είναι ένα καλό υλικό πάνω στο οποίο το κόμμα των Οικολόγων Πράσινων μπορεί, με μπόλικη δουλειά, με εξειδίκευση των θέσεων και προτάσεων, με πιό κατανοητό για το ευρύ κοινό λόγο και καλο-επεξεργασμένες ξεκάθαρες και εφικτές προτάσεις, να αποδείξει ο,τι η οικολογία μας αφορά όλους και να πετύχει πολύ περισσότερα.

Θα κάνω ο,τι μπορώ προσωπικά για να το καταφέρουμε, το ανθρώπινο δυναμικό στους Οικολόγους Πράσινους υπάρχει και διαρκώς μεγαλώνει.

Θα πρέπει να είμαστε παρόντες με όσα μέσα έχουμε, να κρίνουμε βήμα βήμα το έργο της νέας κυβέρνησης, που παρότι υπόσχεται "πράσινη" ανάπτυξη και υιοθέτησε φραστικά πολλές από τις ιδέες μας, προς το παρόν δεν αποτελεί παρά μια υπόσχεση ενός κόμματος με πολλές αντιφάσεις και ιστορική τάση για υποσχέσεις χωρίς αντίκρυσμα.

Η κριτική μας θα είναι θετική στα θετικά βήματα, αλλά αυστηρή στα αρνητικά και διορθωτική για τις ανεπάρκειες, με στόχο τη βελτίωση της πολιτικής συνολικά με θετικότητα, ανοιχτό μυαλό και δημιουργικότητα.

Πιστεύω ότι οικολογική πολιτική δεν γίνεται χωρίς περισσότερη δημοκρατία και διαφάνεια και η δημοκρατία απαιτεί συμμετοχή των πολιτών, αποκέντρωση και όχι συγκεντρωτισμο. Χρειάζονται ακόμη αυτιά που ακούν ώστε να νοιώθει ο κάθε πολίτης οτι είναι μέρος του συνόλου, οτι μετέχει σε μια μεγάλη συλλογικότητα ως άτομο, με ευθύνες και δικαιώματα.

Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η οικολογία, αλλά και περισσότερη δημοκρατία γιατί χωρίς αυτήν ο,τι και να γίνει για το περιβάλλον δεν θα σταθεί.