Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

2010-2020: Η δεκαετία των ρύπων




Ερωτήματα για την εμπορία ρύπων και μια πρόταση

Κάθε μήνα  πληρώνουμε το λογαριασμό του νερού που, πίνοντάς το, πλένοντας τα πιάτα μας ποτίζοντας ή τραβώντας το καζανάκι το καθιστούμε άχρηστο για περαιτέρω χρήση παρά μόνον, εφόσον αυτό είναι εφικτό, ανακυκλωθεί (με φυσικό ή τεχνητό τρόπο) και ξαναγίνει καθαρό οπότε θα το ξαναγοράσουμε.
Το νερό είναι—ως επί το πλείστον— ένα κοινό αγαθό, που όμως για να το έχουμε στο σπίτι μας όχι μόνο φορολογούμαστε για να δημιουργεί το κράτος τις απαραίτητες υποδομές αλλά έχει και μια συγκεκριμένη τιμή ανά κυβικό. Το γεγονός πως το πληρώνουμε όμως δεν μας έκανε να πάψουμε να το χρησιμοποιούμε ούτε και να το ρυπαίνουμε, τουλάχιστον όσο η τιμή του είναι προσιτή και έχουμε μάθει να ζούμε σαν να υπάρχει σε αφθονία. Θα έλεγα πως η τιμή του δεν μας έκανε ούτε καν να πάψουμε να το σπαταλάμε.   
Μοιάζει σήμερα πλέον να πρέπει να αντιμετωπίσουμε με τον ίδιο τρόπο τον αέρα: δεν μπορούμε πλέον να τον χρησιμοποιούμε αλόγιστα και δωρεάν, όσο κι αν μοιάζει να υπάρχει σε αφθονία. Είναι εμφανές πως δεν υπάρχει πλέον αρκετός στην αρχική του σύνθεση.  
Παράγουμε με τις δραστηριότητές μας αέρια που αλλάζουν τις ιδιότητές του και καθιστούν τον αέρα επικίνδυνο για την επιβίωσή μας, αλλάζοντας το κλίμα. Ακριβώς όπως θα ήταν επικίνδυνη η μείωση ή αλλοίωση του νερού—και είναι σε πολλές περιπτώσεις.     
Ως αντίληψη, η παροχή αδειών ρύπανσης αέρα εντός ορισμένων ορίων και το εμπόριό τους και η φορολόγηση της ρύπανσης αν και είναι δύο πολύ διαφορετικές μέθοδοι με άλλη φιλοσοφία, αν και θεωρητικά προσομοιάζει ο στόχος τους: μείωση των εκπομπών μέσω οικονομικών αντικινήτρων.
Ο μεν ένας τρόπος είναι απλώς εμπόριο ( άρα κερδίζει κάποιος πουλώντας κάτι που έχει σε κάποιον άλλον που το θέλει επειδή δεν το έχει) ο δε άλλος-ο φόρος-- πάει σε κάποιο κρατικό ταμείο ως τιμή που επιβάλλεται για την χρήση κάποιου κοινού αγαθού, εν τω προκειμένω το κλίμα ή ο αέρας, κάτι σαν λογαριασμός κατανάλωσης, που θεωρητικά θα έπρεπε να χρησιμοποιεί το κράτος για να μας παρέχει αέρα και  ή να τον καθαρίζει ή να φροντίζει για την φυσική του ανακύκλωση. 
Η φορολόγηση εξ ορισμού ελέγχεται από κάποιο κράτος ή παγκόσμιο οργανισμό ενώ η εμπορία από κανέναν πλην της ελεύθερης αγοράς με τις όποιες ρυθμίσεις μπορεί να θέσει όποια διεθνής αρχή ρυθμίζει το εμπόριο και τις διεθνείς συμφωνίες.
Για το  εμπόριο τίθενται όρια ρύπανσης, ένα ποσοτικό επιτρεπόμενο όριο που για να το ξεπεράσει κανείς, αν δεν μπορεί να μειώσει τις εκπομπές του, πρέπει να αγοράσει από άλλους δικαιώματα. Τα δικαιώματα μοιράζονται αναλόγως με τα όρια που τίθενται σε σχέση με το ποιος είναι ο υποτιθέμενος ασφαλής βαθμός αλλοίωσης του κλίματος.  
Για την φορολόγηση μπαίνει απλώς μια τιμή στην παραγωγή ρύπων. Ρυπαίνω τόσο, πληρώνω τόσο.    
Και οι  δύο τρόποι αν και προσδίδουν, με άλλον τρόπο ο καθένας, ένα κόστος στη ρύπανση, δεν λύνουν το πρόβλημα γιατί  όσο έχουμε λεφτά, όποιοι τα έχουμε, τόσο μπορούμε να ρυπαίνουμε. Χρήματα πάντα κάποιοι θα έχουν και θα επενδύουν στο να ρυπαίνουν γιατί αυτό εν τέλει θα τους συμφέρει.
Προσωπικά θεωρώ το εμπόριο επικίνδυνο τρόπο αντιμετώπισης διότι είναι δύσκολο να ελεγχθεί και αφήνει πολλά περιθώρια αδιαφάνειας ή απάτης ενώ η φορολόγηση έχει περισσότερα πλεονεκτήματα, ορίζει ό,τι το αγαθό είναι κοινό για όλους και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης, χωρίς βέβαια να είναι η απόλυτη λύση ούτε και επαρκώς αποτελεσματική να λύσει το πρόβλημα επειδή όσο εμείς (που αγοράζουμε δικαιώματα ή φορολογούμαστε) εισπράττουμε χρήματα από τις υπόλοιπες εμπορικές ή άλλες κερδοσκοπικές μας δραστηριότητες, θα έχουμε πάντα χρήματα να αγοράζουμε καθαρό αέρα, να τον ρυπαίνουμε ακριβώς όπως εγώ ρυπαίνω νερό στο σπίτι μου αν και πληρώνω πάντα τον λογαριασμό. Αν έχω οικονομικό πρόβλημα δεν θα μειώσω το νερό αλλά κάτι άλλο, που θεωρώ πολυτέλεια ή θα πουλήσω ακριβότερα αυτό που παράγω για να αντιμετωπίσω το κόστος του νερού.    
Όλα  αυτά μέχρι τη μέρα που δεν θα υπάρχει αέρας προς πώληση είτε από τα κράτη, είτε από αυτούς που πωλούν δικαιώματα ρύπανσης εκτός αν η τιμή είναι τέτοια που είναι απολύτως απαγορευτική και υποχρεώσει άλλη συμπεριφορά. Όμως, αν φτάσουμε στο σημείο να χρειαστεί να επιβάλλουμε τόσο απαγορευτικές τιμές σημαίνει πως μπορεί πια να είναι αργά να προλάβουμε το πρόβλημα. Από την άλλη κανείς, νομίζω, δεν θα δεχτεί να τις βάλουμε από σήμερα.  
Μήπως η λύση εν τέλει δεν μπορεί να βρεθεί μόνο μέσω των μονόπλευρων οικονομικών αντικινήτρων; Υπάρχουν εξ άλλου δυσκολίες στο να υπολογιστούν πόσα είναι ακριβώς τα κόστη της μείωσης της ρύπανσης και άρα πολλές πιθανότητες να πέσουμε έξω στους υπολογισμούς μας και φυσικά πολλά παράθυρα για κερδοσκοπία.    
Ας το δούμε όμως τώρα αντίστροφα, μπας και σκεφτούμε κάποια λύση: τώρα αγοράζουμε δικαιώματα από κάποιους που τα έχουν και δεν τα χρησιμοποιούν ή, αν επικρατήσει η λογική της φορολόγησης, θα πληρώνουμε λογαριασμούς σε ένα κράτος ή διεθνή οργανισμό όταν ρυπαίνουμε.
Κάποιοι, όποιοι κι αν είναι, ιδιώτες ή κράτη, εισπράττουν χρήματα πουλώντας καθαρό αέρα προς χρήση που, όπως λένε, δεν προτίθενται να λερώσουν οι ίδιοι και μας εκχωρούν είτε το δικαίωμα υπέρβασης ρύπανσης του δικού μας αέρα ( αν υφίσταται κάτι τέτοιο) είτε τη χρήση του αέρα με την αντίστοιχη τιμή της.
Όμως μπορούν να εισπράττουν χρήματα για κάτι που δεν παράγουν παρά μόνο παθητικά. Η Ρωσία για παράδειγμα—επειδή τυχαίνει να έχει χαμηλό πληθυσμό και πολλά δάση—σήμερα πουλάει δικαιώματα εκπομπών. Κάνει τίποτε όμως να προστατέψει τα δάση της ή να μειώσει την ρύπανση: μάλλον λίγα έως καθόλου.  
Εκεί είναι το πρόβλημα.
Στην παθητικότητα.
Κάποιος σήμερα μπορεί να πουλήσει δικαιώματα από αυτά που του εκχωρούνται δωρεάν μόνο και μόνο επειδή δεν ρυπαίνει όσο δικαιούται, ασχέτως αν λαμβάνει αποτελεσματικά μέτρα για μείωση ή όχι. Συχνά, χάρις σε παράθυρα των διεθνών συμφωνιών.  
Η ιδέα μου λοιπόν είναι πως δεν θα πρέπει να αποκτά κανείς πλέον δικαιώματα ρύπανσης αλλά να αποκτά μόνο δικαιώματα είσπραξης από τον φόρο επί της ρύπανσης, αν παράγει κάτι: περισσότερο καθαρό αέρα.
Δεν θα μπορεί πλέον να είναι παθητικός, αρκούμενος σε αυτά που «δεν» κάνει,  δηλαδή παθητικά να μην ξεπερνάει κάποια όρια ρύπανσης έστω επιτρεπόμενα. Θα πρέπει στο εξής «ενεργητικά» να πράττει κάτι μετρήσιμο: μείωση ρύπων ή καθαρό αέρα για να εισπράξει.
Θα πρέπει είτε να δημιουργεί ένα καλύτερο σύστημα προστασίας των φυσικών βιοτόπων της περιοχής ή χώρας ή να μειώνει τις εκπομπές με την εισαγωγή πιο πράσινων τεχνικών, όποιες κι αν ήταν οι αρχικές του εκπομπές, έστω κι αυτές είναι κάτω από το όριο. Αναλόγως με τι και πόσο κάνει θα αποκτά δικαίωμα είσπραξης. Δικαίωμα ρύπανσης δεν θα υφίσταται---δεν θα μοιράζεται σε κανένα κράτος ή εταιρεία.   
Το δικαίωμα είσπραξης δεν θα εκχωρείται παρά μόνο υπό προϋποθέσεις, μόνο αναλόγως με την  ενεργή μείωση ρύπων ή την ενεργή προστασία φυσικών οικοσυστημάτων. Θεσπίζεις έναν νέο εθνικό δρυμό; Αποκτάς δικαιώματα είσπραξης. 
Συνεπώς, η προσέγγιση του θέματος με οικονομικά κίνητρα αντί κυρίως αντικινήτρων, θα λειτουργεί ταυτόχρονα και από δύο αντίθετες πλευρές:
  • Όσο ρυπαίνεις πληρώνεις φόρο με βάση μια κλίμακα που αυξάνει το ποσοστό φόρου όσο ρυπαίνεις περισσότερο
  • Όσο λαμβάνεις μέτρα, κερδίζεις, δηλαδή αντί να φορολογείσαι εισπράττεις από τον φόρο που πληρώνουν αυτοί που ρυπαίνουν.
  • Δεν κάνεις τίποτα—είσαι στάσιμος, δεν παίρνεις και τίποτα.
Αν μια χώρα, πχ. η Βραζιλία, ενεργητικά λαμβάνει μέτρα που λειτουργούν για την αύξηση της έκτασης του τροπικού δάσους, θα αποκτά ταυτόχρονα δικαίωμα είσπραξης από το σύστημα διεθνούς φορολόγησης. Αν δεν κάνει τίποτε, δηλ είναι στάσιμη, δεν θα μπορεί να εισπράξει και τίποτε, έστω κι αν δεν ρυπαίνει ως χώρα όσο θεωρητικά δικαιούται, γιατί άδειες εκπομπών θα έχουν καταργηθεί.
Πέρα από αυτό θα πρέπει να θεσπιστεί διεθνής ποινικοποίηση της ρύπανσης πέραν ενός επικίνδυνου ορίου με πρόστιμα και ποινές που θα εκδικάζονται από διεθνές δικαστήριο. Τα έσοδα που θα προκύπτουν θα προστίθενται και αυτά  στο σύστημα «ενεργητικής» προστασίας.
Αυτονόητα, οι αναπτυγμένες χώρες που ρυπαίνουν θα φορολογούνται περισσότερο, ενώ οι αναπτυσσόμενες χώρες, που δεν εκπέμπουν, όχι μόνο δεν θα φορολογούνται (αν βέβαια είναι κάτω από την φορολογήσιμη κλίμακα) αλλά θα μπορούν να αποκτούν δικαιώματα είσπραξης, προστατεύοντας ενεργητικά τα οικοσυστήματά τους.    

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

Πρωτοχρονιά 2010

Χρόνια πολλά στο Ανθρώπινο είδος


Είναι πιθανό πως το νόημα της ύπαρξής μας βρίσκεται στην προσπάθειά μας για την επιβίωση του είδους μας:  του ανθρώπου.
Μια από τις βασικές εντολές του βιολογικού μας εαυτού ήταν και είναι ακόμη, να κάνουμε παιδιά και μέσα από αυτό συμβάλουμε στην επιβίωση του είδους.
Σήμερα όμως αυτό αποτελεί αντίφαση: κάνοντας παιδιά δεν εξασφαλίζουμε το μέλλον πλέον, δεν αρκεί, μπορεί μάλιστα να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα αν δεν εξασφαλιστούν πολλές άλλες προϋποθέσεις συλλογικής επιβίωσης.
Ποιος είναι αυτός που δεν ανησυχεί πλέον για το μέλλον των παιδιών του; Θα μπορεί άραγε η Γη να εγγυηθεί την επιβίωσή τους ή θα ζήσουν σε ένα πολύ δυσκολότερο περιβάλλον;
Χρειάζεται λοιπόν να αλλάξουμε ( να μεταλλάξουμε;) την βασική βιολογική μας εντολή από το «Ας αυξηθούμε» στο «Να προσαρμοστούμε στον βιότοπό μας, τη Γη».
Είναι λάθος να λέμε ως σύνθημα ότι «Κινδυνεύει ο πλανήτης, σώστε την Γη».
Εμείς κινδυνεύουμε και συμπαρασύρουμε μαζί μας ένα σωρό άλλες τωρινές μορφές ζωής.  
Στην πραγματικότητα η Γη μας αγνοεί: αμείλικτα, αν εμείς δεν προσαρμοστούμε στις συνθήκες που εκείνη μας έχει εξ αρχής θέσει, το είδος μας θα υποβαθμιστεί, περιορισμένο πλέον στο να διαδραματίζει πολύ μικρότερο ρόλο ή θα χαθεί ολότελα.
Ο πλανήτης όμως  θα εξακολουθήσει να υπάρχει και να παράγει ζωή: άλλα είδη θα επιβιώσουν, άλλα θα ανθίσουν, άλλα θα εξελιχθούν και άλλα θα κυριαρχήσουν όπως πάντα μέχρι τώρα.
Συνεπώς, είμαστε ένα από τα απειλούμενα είδη: πρέπει συμπεριληφθούμε στον κατάλογο απειλούμενων ειδών και να προστατέψουμε τον εαυτό μας.
Πως;
Αλλάζοντας, προσαρμόζοντας τον τρόπο ζωής μας στα μεγέθη που μας επιτρέπει η Γη.
Ας γίνει λοιπόν όλη η Γη ένα παγκόσμιο πάρκο για την προστασία του ανθρώπου.   

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

Ελληνική παιδεία

Η ανεψιά μου, 12 ετών, ήρθε μαζί μας για χριστουγεννιάτικες διακοπές στη Φινλανδία. Σήμερα το πρωί περάσαμε περπατώντας έξω από ένα δημοτικό σχολείο.
«Αυτό είναι το σχολείο;» με ρώτησε
«Ναι», απάντησα «είναι το δημοτικό της γειτονιάς μας»
«Μα, γιατί δεν έχει τοίχο γύρω-γύρω»;
« Έτσι είναι» απάντησα «εδώ τα σχολεία δεν έχουν τοίχους»
«Μα καλά,» απόρησε  εκείνη, «δεν φεύγουν τα παιδιά»;
«Όχι, δεν φεύγουν, γιατί να φύγουν αφού τους αρέσει;»
Δεν ξέρω αν πείστηκε από την απάντηση. Για εκείνη τα σχολεία έχουν τοίχους γύρω-γύρω και όχι μεγάλα δέντρα.
Νομίζω πως το ερώτημα συνοψίζει το πρόβλημα της Ελληνικής παιδείας: Κλείνουμε τα παιδιά μέσα επειδή θέλουν να δραπετεύσουν.
Κρατούμενους έπρεπε να τους λέμε, όχι μαθητές. 

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Πάσχα στην Κοπενχάγη




Ίσως η λέξη κλειδί για την επιβίωση του πολιτισμού μας να βρίσκεται στη λέξη «συνεννόηση».  Προφανώς είναι το δυσκολότερο πράγμα να επιτευχθεί αφού δεν κατορθώθηκε τώρα στην διάσκεψη για το κλίμα στην Κοπενχάγη. Μοιάζει, η συνεννόηση, να απαιτεί ένα ξεπέρασμα της ίδιας της φύσης μας.  Απ’ ότι φαίνεται δεν είμαστε ακόμη ικανοί συλλογικά να το μπορέσουμε. Μοιάζει να ενυπάρχει στο ανθρώπινο είδος ένα εγγενές ελάττωμα που χρειάζεται να ξεπεράσουμε, για να επιβιώσουμε. Χωριζόμαστε σε ομάδες διαφορετικών συγκρουόμενων συμφερόντων που όλες παραβλέπουν το μεγαλύτερο: το κοινό συμφέρον όλων.      
Πριν από χίλια χρόνια, οι διάφορες φυλές που μοιράζονταν το νησί του Πάσχα δεν κατόρθωσαν να συνεννοηθούν ώστε να σταματήσουν να κόβουν τα δέντρα, να δώσουν τέλος στην αποψίλωση που οδήγησε στην παρακμή του πολιτισμού τους. Είναι πολύ πιθανό πως γνώριζαν οτι χωρίς τα δάση τους δεν θα μπορούσαν να εξακολουθήσουν να ζουν όπως πριν. Πρόσκαιροι ανταγωνισμοί όμως επικράτησαν με αποτέλεσμα να κοπεί και το τελευταίο δέντρο.
Στην σημερινή εποχή, της παγκοσμιοποίησης,  ολόκληρος ο πλανήτης είναι ουσιαστικά ένα νησί: τον μικρύναμε και τον φέραμε στην ίδια κλίμακα με τους κατοίκους των νησιών του Πάσχα. Αυτό μας είναι γνωστό, όλοι ξέρουμε πως ένα περίπλοκο πλέγμα αλληλοεξαρτήσεων, τόσο οικονομικών όσο και οικολογικών, μας δένει όλους και να λυθούμε είναι αδύνατον, χωρίς συνεννόηση για κάθε μας επιλογή, κόμπο-κόμπο.
Όλοι ξέρουμε πως είτε εμείς θα αποφασίσουμε συλλογικά ποια βήματα πρέπει να κάνουμε να αποφύγουμε το πρόβλημα είτε το πρόβλημα το ίδιο θα αποφασίσει εκείνο για λογαριασμό μας τα βήματα που θα μας επιβάλλει. Το δεύτερο, κι εδώ όλοι πάλι το γνωρίζουμε, είναι όχι μόνο επικίνδυνο αλλά μπορεί να μας πάει βίαια προς το τέλος του πολιτισμού όπως τον γνωρίζουμε. Πήραμε όμως τα ρίσκα μας, νομίζοντας, ελπίζοντας πως κάπως ίσως την σκαπουλάρουμε ή έστω πως έχουμε καιρό ακόμη να συνεννοηθούμε.              
Σήμερα καταλαβαίνω ότι δεν έχουμε προχωρήσει και πολύ ως είδος, παρά τα επιτεύγματά μας σε πολλούς τομείς. Οι εσωτερικές δομές μας παραμένουν ίδιες με την προ-βιομηχανική εποχή, αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε τα κοινά μας μακροπρόθεσμα οφέλη, τυφλωμένοι από πρόσκαιρες βλέψεις, παρά τις τόσες φωνές που προειδοποιούν ότι πάμε στον γκρεμό.
Μερικοί είπαν ότι καλύτερα που απέτυχε η Κοπενχάγη γιατί το όλο θέμα πρέπει να επανεξεταστεί σε μηδενική βάση με πιο συνολική οπτική: δεν είναι μόνο το ότι αλλάζουμε το κλίμα με τον τρόπο που ζούμε που μας απειλεί. Ίσως να έχουν δίκιο, η προσέγγιση πρέπει να αλλάξει εκ βάθρων γιατί η παρούσα παράγει και το πρόβλημα.

Είναι και το νερό, είναι το χώμα, είναι η ρύπανση, είναι η συνολική κατάρρευση οικοσυστημάτων, είναι οι ίδιες οι πρώτες ύλες πάνω στις οποίες βασιζόμαστε που τελειώνουν αργά ή γρήγορα.
Πράγματι αυτό που χρειάζεται είναι μιά πιο συνολική αντιμετώπιση: η έννοια της «ανάπτυξης» πρέπεί να αποσυνδεθεί από την έννοια του «πολιτισμού».
Πως; χρειαζόμαστε μια μετάλλαξη του πολιτισμού μας μέσω της απεξάρτησης από την ανάγκη για ολοένα αυξανόμενη παραγωγή και κατανάλωση. Εν μέρει η οικονομική κρίση μας έδειξε ήδη τον δρόμο—η συνεχής ανάπτυξη, παραγωγή πλούτου απλώς δεν είναι εφικτή. Χρειάζεται να μιλήσουμε, να συνεννοηθούμε για το τι θα κάνουμε την εποχή της από-ανάπτυξης, πως θα την χειριστούμε εμείς πριν μας χειριστεί αυτή.  Θα θυσιάσουμε εμείς κάποιες ευκολίες που έχουν μακροπρόθεσμα κόστη, αλλάζοντας σταδιακά την εξάρτησή μας από μη ανανεώσιμες πρώτες ύλες. Χρειάζεται να προσδιορίσουμε το όριο στην κλίμακα της παγκόσμιας παραγωγής και κατανάλωσης στα μεγέθη που μπορούν να επιτύχουν οι εθνικές οικονομίες, χωρίς να επιβάλλουν περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος σε άλλους αλλού ή στις επόμενες γενεές.   
Επομένως, δεν μπορούμε πλέον να αντιμετωπίζουμε την ρύπανση και τις εκπομπές σαν να είναι κι αυτά ένα ακόμη προϊόν που παράγουμε, το οποίο πουλούν αυτοί που το παράγουν σε αυτούς που δεν το έχουν.
Όλοι πληρώνουμε, και κάποια στιγμή δεν θα έχουμε να πληρώσουμε. Ας δούμε όλοι τώρα σε ποιόν τα χρωστάμε.                   

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Για τα δημόσια έργα




Όλοι έγιναν οικονομολόγοι αυτές τις μέρες. Κάθε Έλληνας προσπαθεί να λύσει στη θεωρία μόνος του το πρόβλημα της χώρας ή να δηλώσει πόσο άλυτο είναι, πόσο ματαιοπονούν οι πολιτικοί ή υποκρίνονται. 
Ας προσθέσω λοιπόν κι εγώ κάτι από πλευράς μου.  
Άκουσα, διάβασα πολλά μέτρα, πολλές ερμηνείες, πολλές αντιρρήσεις, πράγματα που δυσκολεύομαι να κρίνω καθότι το αποτέλεσμα μόνο στην πράξη θα φανεί: μέχρι τώρα τα μέτρα, ο νόμος δηλαδή και η εφαρμογή του είναι δύο απολύτως ξεχωριστοί τομείς στην Ελλάδα. Συμφωνώ ότι η φοροδιαφυγή, η εισφοροδιαφυγή είναι ένα τεράστιο πρόβλημα που βύθισε την χώρα σήμερα πια σε αδιέξοδο, αλλά αυτό δεν αρκεί. 
Το κλειδί ίσως να βρίσκεται και στο να εμπνευστούν οι Έλληνες να αλλάξουν συμπεριφορές, περιορίζοντας την "μαύρη" οικονομία στο ελάχιστο αν καταλάβουν ότι εν τέλει όλοι μαζί κινδυνεύουμε να βουλιάξουμε τη βάρκα μας και χωρίς σωσίβια να βρεθούμε στη θάλασσα. Ορθώς λέγεται πως μόνο η αμοιβαία εμπιστοσύνη μπορεί να λύσει το πρόβλημα. 

Για έναν τομέα όμως, μια μεγάλη πληγή στα δημόσια έξοδα, δεν άκουσα τίποτε ακόμη, εκτός αν συζητηθεί στα πλαίσια των μέτρων κατά της διαφθοράς: εξυγίανση του τρόπου με τον οποίον ανατίθενται και εκτελούνται τα δημόσια έργα, είτε μεγάλα είτε μικρά. 
Πολύ συχνά τα δημόσια έργα παρουσιάζουν τα εξής προβλήματα: 
  • Κακοτεχνίες και προχειρότητες που σύντομα εμφανίζονται και κοστίζουν ξανά στο δημόσιο, προκειμένου να επισκευαστούν ή να ανακατασκευαστούν
  • Κακός συντονισμός, σχεδιασμός και προγραμματισμός που συχνά οδηγεί σε έργα που πρέπει να ξηλωθούν για να γίνει κάποιο άλλο έργο που δεν προγραμματίστηκε ταυτόχρονα ή οδηγούν σε δισεπίλυτες εκκρεμότητες, έξοδα και ταλαιπωρία. 
  • Έργα που απλώς γίνονται για να γίνουν, ενώ δεν έχουν πρακτικό και ουσιαστικό νόημα ύπαρξης
  • Μεγάλη σπατάλη υλικών εξ αιτίας του τρόπου με τον οποίον εκτελούνται τα έργα -- ή έννοια της εξοικονόμησης και επανάχρησης απουσιάζει πλήρως

      Αυτά είναι κάποια χαρακτηριστικά των δημόσιων έργων που πρέπει να εκλείψουν. Η εξοικονόμηση που θα προκύψει πιστεύω θα είναι αρκετά μεγάλη, ώστε να εξασφαλίσει πόρους για το κοινωνικό κράτος, μειώνοντας  και το έλλειμμα. Κάποιο εργολάβοι βέβαια θα χάσουν, αν δεν αποφασίσουν να κάνουν σωστότερα την δουλειά τους και κάποιοι πολιτικοί ίσως δεν γράψουν όση ιστορία ίσως θα ήθελαν....