Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

2010-2020: Η δεκαετία των ρύπων




Ερωτήματα για την εμπορία ρύπων και μια πρόταση

Κάθε μήνα  πληρώνουμε το λογαριασμό του νερού που, πίνοντάς το, πλένοντας τα πιάτα μας ποτίζοντας ή τραβώντας το καζανάκι το καθιστούμε άχρηστο για περαιτέρω χρήση παρά μόνον, εφόσον αυτό είναι εφικτό, ανακυκλωθεί (με φυσικό ή τεχνητό τρόπο) και ξαναγίνει καθαρό οπότε θα το ξαναγοράσουμε.
Το νερό είναι—ως επί το πλείστον— ένα κοινό αγαθό, που όμως για να το έχουμε στο σπίτι μας όχι μόνο φορολογούμαστε για να δημιουργεί το κράτος τις απαραίτητες υποδομές αλλά έχει και μια συγκεκριμένη τιμή ανά κυβικό. Το γεγονός πως το πληρώνουμε όμως δεν μας έκανε να πάψουμε να το χρησιμοποιούμε ούτε και να το ρυπαίνουμε, τουλάχιστον όσο η τιμή του είναι προσιτή και έχουμε μάθει να ζούμε σαν να υπάρχει σε αφθονία. Θα έλεγα πως η τιμή του δεν μας έκανε ούτε καν να πάψουμε να το σπαταλάμε.   
Μοιάζει σήμερα πλέον να πρέπει να αντιμετωπίσουμε με τον ίδιο τρόπο τον αέρα: δεν μπορούμε πλέον να τον χρησιμοποιούμε αλόγιστα και δωρεάν, όσο κι αν μοιάζει να υπάρχει σε αφθονία. Είναι εμφανές πως δεν υπάρχει πλέον αρκετός στην αρχική του σύνθεση.  
Παράγουμε με τις δραστηριότητές μας αέρια που αλλάζουν τις ιδιότητές του και καθιστούν τον αέρα επικίνδυνο για την επιβίωσή μας, αλλάζοντας το κλίμα. Ακριβώς όπως θα ήταν επικίνδυνη η μείωση ή αλλοίωση του νερού—και είναι σε πολλές περιπτώσεις.     
Ως αντίληψη, η παροχή αδειών ρύπανσης αέρα εντός ορισμένων ορίων και το εμπόριό τους και η φορολόγηση της ρύπανσης αν και είναι δύο πολύ διαφορετικές μέθοδοι με άλλη φιλοσοφία, αν και θεωρητικά προσομοιάζει ο στόχος τους: μείωση των εκπομπών μέσω οικονομικών αντικινήτρων.
Ο μεν ένας τρόπος είναι απλώς εμπόριο ( άρα κερδίζει κάποιος πουλώντας κάτι που έχει σε κάποιον άλλον που το θέλει επειδή δεν το έχει) ο δε άλλος-ο φόρος-- πάει σε κάποιο κρατικό ταμείο ως τιμή που επιβάλλεται για την χρήση κάποιου κοινού αγαθού, εν τω προκειμένω το κλίμα ή ο αέρας, κάτι σαν λογαριασμός κατανάλωσης, που θεωρητικά θα έπρεπε να χρησιμοποιεί το κράτος για να μας παρέχει αέρα και  ή να τον καθαρίζει ή να φροντίζει για την φυσική του ανακύκλωση. 
Η φορολόγηση εξ ορισμού ελέγχεται από κάποιο κράτος ή παγκόσμιο οργανισμό ενώ η εμπορία από κανέναν πλην της ελεύθερης αγοράς με τις όποιες ρυθμίσεις μπορεί να θέσει όποια διεθνής αρχή ρυθμίζει το εμπόριο και τις διεθνείς συμφωνίες.
Για το  εμπόριο τίθενται όρια ρύπανσης, ένα ποσοτικό επιτρεπόμενο όριο που για να το ξεπεράσει κανείς, αν δεν μπορεί να μειώσει τις εκπομπές του, πρέπει να αγοράσει από άλλους δικαιώματα. Τα δικαιώματα μοιράζονται αναλόγως με τα όρια που τίθενται σε σχέση με το ποιος είναι ο υποτιθέμενος ασφαλής βαθμός αλλοίωσης του κλίματος.  
Για την φορολόγηση μπαίνει απλώς μια τιμή στην παραγωγή ρύπων. Ρυπαίνω τόσο, πληρώνω τόσο.    
Και οι  δύο τρόποι αν και προσδίδουν, με άλλον τρόπο ο καθένας, ένα κόστος στη ρύπανση, δεν λύνουν το πρόβλημα γιατί  όσο έχουμε λεφτά, όποιοι τα έχουμε, τόσο μπορούμε να ρυπαίνουμε. Χρήματα πάντα κάποιοι θα έχουν και θα επενδύουν στο να ρυπαίνουν γιατί αυτό εν τέλει θα τους συμφέρει.
Προσωπικά θεωρώ το εμπόριο επικίνδυνο τρόπο αντιμετώπισης διότι είναι δύσκολο να ελεγχθεί και αφήνει πολλά περιθώρια αδιαφάνειας ή απάτης ενώ η φορολόγηση έχει περισσότερα πλεονεκτήματα, ορίζει ό,τι το αγαθό είναι κοινό για όλους και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης, χωρίς βέβαια να είναι η απόλυτη λύση ούτε και επαρκώς αποτελεσματική να λύσει το πρόβλημα επειδή όσο εμείς (που αγοράζουμε δικαιώματα ή φορολογούμαστε) εισπράττουμε χρήματα από τις υπόλοιπες εμπορικές ή άλλες κερδοσκοπικές μας δραστηριότητες, θα έχουμε πάντα χρήματα να αγοράζουμε καθαρό αέρα, να τον ρυπαίνουμε ακριβώς όπως εγώ ρυπαίνω νερό στο σπίτι μου αν και πληρώνω πάντα τον λογαριασμό. Αν έχω οικονομικό πρόβλημα δεν θα μειώσω το νερό αλλά κάτι άλλο, που θεωρώ πολυτέλεια ή θα πουλήσω ακριβότερα αυτό που παράγω για να αντιμετωπίσω το κόστος του νερού.    
Όλα  αυτά μέχρι τη μέρα που δεν θα υπάρχει αέρας προς πώληση είτε από τα κράτη, είτε από αυτούς που πωλούν δικαιώματα ρύπανσης εκτός αν η τιμή είναι τέτοια που είναι απολύτως απαγορευτική και υποχρεώσει άλλη συμπεριφορά. Όμως, αν φτάσουμε στο σημείο να χρειαστεί να επιβάλλουμε τόσο απαγορευτικές τιμές σημαίνει πως μπορεί πια να είναι αργά να προλάβουμε το πρόβλημα. Από την άλλη κανείς, νομίζω, δεν θα δεχτεί να τις βάλουμε από σήμερα.  
Μήπως η λύση εν τέλει δεν μπορεί να βρεθεί μόνο μέσω των μονόπλευρων οικονομικών αντικινήτρων; Υπάρχουν εξ άλλου δυσκολίες στο να υπολογιστούν πόσα είναι ακριβώς τα κόστη της μείωσης της ρύπανσης και άρα πολλές πιθανότητες να πέσουμε έξω στους υπολογισμούς μας και φυσικά πολλά παράθυρα για κερδοσκοπία.    
Ας το δούμε όμως τώρα αντίστροφα, μπας και σκεφτούμε κάποια λύση: τώρα αγοράζουμε δικαιώματα από κάποιους που τα έχουν και δεν τα χρησιμοποιούν ή, αν επικρατήσει η λογική της φορολόγησης, θα πληρώνουμε λογαριασμούς σε ένα κράτος ή διεθνή οργανισμό όταν ρυπαίνουμε.
Κάποιοι, όποιοι κι αν είναι, ιδιώτες ή κράτη, εισπράττουν χρήματα πουλώντας καθαρό αέρα προς χρήση που, όπως λένε, δεν προτίθενται να λερώσουν οι ίδιοι και μας εκχωρούν είτε το δικαίωμα υπέρβασης ρύπανσης του δικού μας αέρα ( αν υφίσταται κάτι τέτοιο) είτε τη χρήση του αέρα με την αντίστοιχη τιμή της.
Όμως μπορούν να εισπράττουν χρήματα για κάτι που δεν παράγουν παρά μόνο παθητικά. Η Ρωσία για παράδειγμα—επειδή τυχαίνει να έχει χαμηλό πληθυσμό και πολλά δάση—σήμερα πουλάει δικαιώματα εκπομπών. Κάνει τίποτε όμως να προστατέψει τα δάση της ή να μειώσει την ρύπανση: μάλλον λίγα έως καθόλου.  
Εκεί είναι το πρόβλημα.
Στην παθητικότητα.
Κάποιος σήμερα μπορεί να πουλήσει δικαιώματα από αυτά που του εκχωρούνται δωρεάν μόνο και μόνο επειδή δεν ρυπαίνει όσο δικαιούται, ασχέτως αν λαμβάνει αποτελεσματικά μέτρα για μείωση ή όχι. Συχνά, χάρις σε παράθυρα των διεθνών συμφωνιών.  
Η ιδέα μου λοιπόν είναι πως δεν θα πρέπει να αποκτά κανείς πλέον δικαιώματα ρύπανσης αλλά να αποκτά μόνο δικαιώματα είσπραξης από τον φόρο επί της ρύπανσης, αν παράγει κάτι: περισσότερο καθαρό αέρα.
Δεν θα μπορεί πλέον να είναι παθητικός, αρκούμενος σε αυτά που «δεν» κάνει,  δηλαδή παθητικά να μην ξεπερνάει κάποια όρια ρύπανσης έστω επιτρεπόμενα. Θα πρέπει στο εξής «ενεργητικά» να πράττει κάτι μετρήσιμο: μείωση ρύπων ή καθαρό αέρα για να εισπράξει.
Θα πρέπει είτε να δημιουργεί ένα καλύτερο σύστημα προστασίας των φυσικών βιοτόπων της περιοχής ή χώρας ή να μειώνει τις εκπομπές με την εισαγωγή πιο πράσινων τεχνικών, όποιες κι αν ήταν οι αρχικές του εκπομπές, έστω κι αυτές είναι κάτω από το όριο. Αναλόγως με τι και πόσο κάνει θα αποκτά δικαίωμα είσπραξης. Δικαίωμα ρύπανσης δεν θα υφίσταται---δεν θα μοιράζεται σε κανένα κράτος ή εταιρεία.   
Το δικαίωμα είσπραξης δεν θα εκχωρείται παρά μόνο υπό προϋποθέσεις, μόνο αναλόγως με την  ενεργή μείωση ρύπων ή την ενεργή προστασία φυσικών οικοσυστημάτων. Θεσπίζεις έναν νέο εθνικό δρυμό; Αποκτάς δικαιώματα είσπραξης. 
Συνεπώς, η προσέγγιση του θέματος με οικονομικά κίνητρα αντί κυρίως αντικινήτρων, θα λειτουργεί ταυτόχρονα και από δύο αντίθετες πλευρές:
  • Όσο ρυπαίνεις πληρώνεις φόρο με βάση μια κλίμακα που αυξάνει το ποσοστό φόρου όσο ρυπαίνεις περισσότερο
  • Όσο λαμβάνεις μέτρα, κερδίζεις, δηλαδή αντί να φορολογείσαι εισπράττεις από τον φόρο που πληρώνουν αυτοί που ρυπαίνουν.
  • Δεν κάνεις τίποτα—είσαι στάσιμος, δεν παίρνεις και τίποτα.
Αν μια χώρα, πχ. η Βραζιλία, ενεργητικά λαμβάνει μέτρα που λειτουργούν για την αύξηση της έκτασης του τροπικού δάσους, θα αποκτά ταυτόχρονα δικαίωμα είσπραξης από το σύστημα διεθνούς φορολόγησης. Αν δεν κάνει τίποτε, δηλ είναι στάσιμη, δεν θα μπορεί να εισπράξει και τίποτε, έστω κι αν δεν ρυπαίνει ως χώρα όσο θεωρητικά δικαιούται, γιατί άδειες εκπομπών θα έχουν καταργηθεί.
Πέρα από αυτό θα πρέπει να θεσπιστεί διεθνής ποινικοποίηση της ρύπανσης πέραν ενός επικίνδυνου ορίου με πρόστιμα και ποινές που θα εκδικάζονται από διεθνές δικαστήριο. Τα έσοδα που θα προκύπτουν θα προστίθενται και αυτά  στο σύστημα «ενεργητικής» προστασίας.
Αυτονόητα, οι αναπτυγμένες χώρες που ρυπαίνουν θα φορολογούνται περισσότερο, ενώ οι αναπτυσσόμενες χώρες, που δεν εκπέμπουν, όχι μόνο δεν θα φορολογούνται (αν βέβαια είναι κάτω από την φορολογήσιμη κλίμακα) αλλά θα μπορούν να αποκτούν δικαιώματα είσπραξης, προστατεύοντας ενεργητικά τα οικοσυστήματά τους.    

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

Πρωτοχρονιά 2010

Χρόνια πολλά στο Ανθρώπινο είδος


Είναι πιθανό πως το νόημα της ύπαρξής μας βρίσκεται στην προσπάθειά μας για την επιβίωση του είδους μας:  του ανθρώπου.
Μια από τις βασικές εντολές του βιολογικού μας εαυτού ήταν και είναι ακόμη, να κάνουμε παιδιά και μέσα από αυτό συμβάλουμε στην επιβίωση του είδους.
Σήμερα όμως αυτό αποτελεί αντίφαση: κάνοντας παιδιά δεν εξασφαλίζουμε το μέλλον πλέον, δεν αρκεί, μπορεί μάλιστα να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα αν δεν εξασφαλιστούν πολλές άλλες προϋποθέσεις συλλογικής επιβίωσης.
Ποιος είναι αυτός που δεν ανησυχεί πλέον για το μέλλον των παιδιών του; Θα μπορεί άραγε η Γη να εγγυηθεί την επιβίωσή τους ή θα ζήσουν σε ένα πολύ δυσκολότερο περιβάλλον;
Χρειάζεται λοιπόν να αλλάξουμε ( να μεταλλάξουμε;) την βασική βιολογική μας εντολή από το «Ας αυξηθούμε» στο «Να προσαρμοστούμε στον βιότοπό μας, τη Γη».
Είναι λάθος να λέμε ως σύνθημα ότι «Κινδυνεύει ο πλανήτης, σώστε την Γη».
Εμείς κινδυνεύουμε και συμπαρασύρουμε μαζί μας ένα σωρό άλλες τωρινές μορφές ζωής.  
Στην πραγματικότητα η Γη μας αγνοεί: αμείλικτα, αν εμείς δεν προσαρμοστούμε στις συνθήκες που εκείνη μας έχει εξ αρχής θέσει, το είδος μας θα υποβαθμιστεί, περιορισμένο πλέον στο να διαδραματίζει πολύ μικρότερο ρόλο ή θα χαθεί ολότελα.
Ο πλανήτης όμως  θα εξακολουθήσει να υπάρχει και να παράγει ζωή: άλλα είδη θα επιβιώσουν, άλλα θα ανθίσουν, άλλα θα εξελιχθούν και άλλα θα κυριαρχήσουν όπως πάντα μέχρι τώρα.
Συνεπώς, είμαστε ένα από τα απειλούμενα είδη: πρέπει συμπεριληφθούμε στον κατάλογο απειλούμενων ειδών και να προστατέψουμε τον εαυτό μας.
Πως;
Αλλάζοντας, προσαρμόζοντας τον τρόπο ζωής μας στα μεγέθη που μας επιτρέπει η Γη.
Ας γίνει λοιπόν όλη η Γη ένα παγκόσμιο πάρκο για την προστασία του ανθρώπου.   

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

Ελληνική παιδεία

Η ανεψιά μου, 12 ετών, ήρθε μαζί μας για χριστουγεννιάτικες διακοπές στη Φινλανδία. Σήμερα το πρωί περάσαμε περπατώντας έξω από ένα δημοτικό σχολείο.
«Αυτό είναι το σχολείο;» με ρώτησε
«Ναι», απάντησα «είναι το δημοτικό της γειτονιάς μας»
«Μα, γιατί δεν έχει τοίχο γύρω-γύρω»;
« Έτσι είναι» απάντησα «εδώ τα σχολεία δεν έχουν τοίχους»
«Μα καλά,» απόρησε  εκείνη, «δεν φεύγουν τα παιδιά»;
«Όχι, δεν φεύγουν, γιατί να φύγουν αφού τους αρέσει;»
Δεν ξέρω αν πείστηκε από την απάντηση. Για εκείνη τα σχολεία έχουν τοίχους γύρω-γύρω και όχι μεγάλα δέντρα.
Νομίζω πως το ερώτημα συνοψίζει το πρόβλημα της Ελληνικής παιδείας: Κλείνουμε τα παιδιά μέσα επειδή θέλουν να δραπετεύσουν.
Κρατούμενους έπρεπε να τους λέμε, όχι μαθητές. 

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Πάσχα στην Κοπενχάγη




Ίσως η λέξη κλειδί για την επιβίωση του πολιτισμού μας να βρίσκεται στη λέξη «συνεννόηση».  Προφανώς είναι το δυσκολότερο πράγμα να επιτευχθεί αφού δεν κατορθώθηκε τώρα στην διάσκεψη για το κλίμα στην Κοπενχάγη. Μοιάζει, η συνεννόηση, να απαιτεί ένα ξεπέρασμα της ίδιας της φύσης μας.  Απ’ ότι φαίνεται δεν είμαστε ακόμη ικανοί συλλογικά να το μπορέσουμε. Μοιάζει να ενυπάρχει στο ανθρώπινο είδος ένα εγγενές ελάττωμα που χρειάζεται να ξεπεράσουμε, για να επιβιώσουμε. Χωριζόμαστε σε ομάδες διαφορετικών συγκρουόμενων συμφερόντων που όλες παραβλέπουν το μεγαλύτερο: το κοινό συμφέρον όλων.      
Πριν από χίλια χρόνια, οι διάφορες φυλές που μοιράζονταν το νησί του Πάσχα δεν κατόρθωσαν να συνεννοηθούν ώστε να σταματήσουν να κόβουν τα δέντρα, να δώσουν τέλος στην αποψίλωση που οδήγησε στην παρακμή του πολιτισμού τους. Είναι πολύ πιθανό πως γνώριζαν οτι χωρίς τα δάση τους δεν θα μπορούσαν να εξακολουθήσουν να ζουν όπως πριν. Πρόσκαιροι ανταγωνισμοί όμως επικράτησαν με αποτέλεσμα να κοπεί και το τελευταίο δέντρο.
Στην σημερινή εποχή, της παγκοσμιοποίησης,  ολόκληρος ο πλανήτης είναι ουσιαστικά ένα νησί: τον μικρύναμε και τον φέραμε στην ίδια κλίμακα με τους κατοίκους των νησιών του Πάσχα. Αυτό μας είναι γνωστό, όλοι ξέρουμε πως ένα περίπλοκο πλέγμα αλληλοεξαρτήσεων, τόσο οικονομικών όσο και οικολογικών, μας δένει όλους και να λυθούμε είναι αδύνατον, χωρίς συνεννόηση για κάθε μας επιλογή, κόμπο-κόμπο.
Όλοι ξέρουμε πως είτε εμείς θα αποφασίσουμε συλλογικά ποια βήματα πρέπει να κάνουμε να αποφύγουμε το πρόβλημα είτε το πρόβλημα το ίδιο θα αποφασίσει εκείνο για λογαριασμό μας τα βήματα που θα μας επιβάλλει. Το δεύτερο, κι εδώ όλοι πάλι το γνωρίζουμε, είναι όχι μόνο επικίνδυνο αλλά μπορεί να μας πάει βίαια προς το τέλος του πολιτισμού όπως τον γνωρίζουμε. Πήραμε όμως τα ρίσκα μας, νομίζοντας, ελπίζοντας πως κάπως ίσως την σκαπουλάρουμε ή έστω πως έχουμε καιρό ακόμη να συνεννοηθούμε.              
Σήμερα καταλαβαίνω ότι δεν έχουμε προχωρήσει και πολύ ως είδος, παρά τα επιτεύγματά μας σε πολλούς τομείς. Οι εσωτερικές δομές μας παραμένουν ίδιες με την προ-βιομηχανική εποχή, αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε τα κοινά μας μακροπρόθεσμα οφέλη, τυφλωμένοι από πρόσκαιρες βλέψεις, παρά τις τόσες φωνές που προειδοποιούν ότι πάμε στον γκρεμό.
Μερικοί είπαν ότι καλύτερα που απέτυχε η Κοπενχάγη γιατί το όλο θέμα πρέπει να επανεξεταστεί σε μηδενική βάση με πιο συνολική οπτική: δεν είναι μόνο το ότι αλλάζουμε το κλίμα με τον τρόπο που ζούμε που μας απειλεί. Ίσως να έχουν δίκιο, η προσέγγιση πρέπει να αλλάξει εκ βάθρων γιατί η παρούσα παράγει και το πρόβλημα.

Είναι και το νερό, είναι το χώμα, είναι η ρύπανση, είναι η συνολική κατάρρευση οικοσυστημάτων, είναι οι ίδιες οι πρώτες ύλες πάνω στις οποίες βασιζόμαστε που τελειώνουν αργά ή γρήγορα.
Πράγματι αυτό που χρειάζεται είναι μιά πιο συνολική αντιμετώπιση: η έννοια της «ανάπτυξης» πρέπεί να αποσυνδεθεί από την έννοια του «πολιτισμού».
Πως; χρειαζόμαστε μια μετάλλαξη του πολιτισμού μας μέσω της απεξάρτησης από την ανάγκη για ολοένα αυξανόμενη παραγωγή και κατανάλωση. Εν μέρει η οικονομική κρίση μας έδειξε ήδη τον δρόμο—η συνεχής ανάπτυξη, παραγωγή πλούτου απλώς δεν είναι εφικτή. Χρειάζεται να μιλήσουμε, να συνεννοηθούμε για το τι θα κάνουμε την εποχή της από-ανάπτυξης, πως θα την χειριστούμε εμείς πριν μας χειριστεί αυτή.  Θα θυσιάσουμε εμείς κάποιες ευκολίες που έχουν μακροπρόθεσμα κόστη, αλλάζοντας σταδιακά την εξάρτησή μας από μη ανανεώσιμες πρώτες ύλες. Χρειάζεται να προσδιορίσουμε το όριο στην κλίμακα της παγκόσμιας παραγωγής και κατανάλωσης στα μεγέθη που μπορούν να επιτύχουν οι εθνικές οικονομίες, χωρίς να επιβάλλουν περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος σε άλλους αλλού ή στις επόμενες γενεές.   
Επομένως, δεν μπορούμε πλέον να αντιμετωπίζουμε την ρύπανση και τις εκπομπές σαν να είναι κι αυτά ένα ακόμη προϊόν που παράγουμε, το οποίο πουλούν αυτοί που το παράγουν σε αυτούς που δεν το έχουν.
Όλοι πληρώνουμε, και κάποια στιγμή δεν θα έχουμε να πληρώσουμε. Ας δούμε όλοι τώρα σε ποιόν τα χρωστάμε.                   

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Για τα δημόσια έργα




Όλοι έγιναν οικονομολόγοι αυτές τις μέρες. Κάθε Έλληνας προσπαθεί να λύσει στη θεωρία μόνος του το πρόβλημα της χώρας ή να δηλώσει πόσο άλυτο είναι, πόσο ματαιοπονούν οι πολιτικοί ή υποκρίνονται. 
Ας προσθέσω λοιπόν κι εγώ κάτι από πλευράς μου.  
Άκουσα, διάβασα πολλά μέτρα, πολλές ερμηνείες, πολλές αντιρρήσεις, πράγματα που δυσκολεύομαι να κρίνω καθότι το αποτέλεσμα μόνο στην πράξη θα φανεί: μέχρι τώρα τα μέτρα, ο νόμος δηλαδή και η εφαρμογή του είναι δύο απολύτως ξεχωριστοί τομείς στην Ελλάδα. Συμφωνώ ότι η φοροδιαφυγή, η εισφοροδιαφυγή είναι ένα τεράστιο πρόβλημα που βύθισε την χώρα σήμερα πια σε αδιέξοδο, αλλά αυτό δεν αρκεί. 
Το κλειδί ίσως να βρίσκεται και στο να εμπνευστούν οι Έλληνες να αλλάξουν συμπεριφορές, περιορίζοντας την "μαύρη" οικονομία στο ελάχιστο αν καταλάβουν ότι εν τέλει όλοι μαζί κινδυνεύουμε να βουλιάξουμε τη βάρκα μας και χωρίς σωσίβια να βρεθούμε στη θάλασσα. Ορθώς λέγεται πως μόνο η αμοιβαία εμπιστοσύνη μπορεί να λύσει το πρόβλημα. 

Για έναν τομέα όμως, μια μεγάλη πληγή στα δημόσια έξοδα, δεν άκουσα τίποτε ακόμη, εκτός αν συζητηθεί στα πλαίσια των μέτρων κατά της διαφθοράς: εξυγίανση του τρόπου με τον οποίον ανατίθενται και εκτελούνται τα δημόσια έργα, είτε μεγάλα είτε μικρά. 
Πολύ συχνά τα δημόσια έργα παρουσιάζουν τα εξής προβλήματα: 
  • Κακοτεχνίες και προχειρότητες που σύντομα εμφανίζονται και κοστίζουν ξανά στο δημόσιο, προκειμένου να επισκευαστούν ή να ανακατασκευαστούν
  • Κακός συντονισμός, σχεδιασμός και προγραμματισμός που συχνά οδηγεί σε έργα που πρέπει να ξηλωθούν για να γίνει κάποιο άλλο έργο που δεν προγραμματίστηκε ταυτόχρονα ή οδηγούν σε δισεπίλυτες εκκρεμότητες, έξοδα και ταλαιπωρία. 
  • Έργα που απλώς γίνονται για να γίνουν, ενώ δεν έχουν πρακτικό και ουσιαστικό νόημα ύπαρξης
  • Μεγάλη σπατάλη υλικών εξ αιτίας του τρόπου με τον οποίον εκτελούνται τα έργα -- ή έννοια της εξοικονόμησης και επανάχρησης απουσιάζει πλήρως

      Αυτά είναι κάποια χαρακτηριστικά των δημόσιων έργων που πρέπει να εκλείψουν. Η εξοικονόμηση που θα προκύψει πιστεύω θα είναι αρκετά μεγάλη, ώστε να εξασφαλίσει πόρους για το κοινωνικό κράτος, μειώνοντας  και το έλλειμμα. Κάποιο εργολάβοι βέβαια θα χάσουν, αν δεν αποφασίσουν να κάνουν σωστότερα την δουλειά τους και κάποιοι πολιτικοί ίσως δεν γράψουν όση ιστορία ίσως θα ήθελαν....

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Τι είναι "πράσινο";




Είναι η πράσινη ανάπτυξη πάντα πράσινη;

Σε προηγούμενο κείμενο είχα υποστηρίξει την άποψη πως οι οικολογικές λύσεις, οι πραγματικά «πράσινες» δεν είναι εκείνες που προσπαθούν να λύσουν μονόπλευρα ένα πρόβλημα παραβλέποντας όλες τις συνδέσεις του με άλλα ζητήματα  ή που στην πρόθεση για λύση προκαλούν ή αγνοούν μια σειρά από άλλα παράπλευρα προβλήματα.
Ευθύγραμμες λύσεις (πονάει χέρι-κόβει χέρι) που δεν συνυπολογίζουν όλο το φάσμα της «οικολογικής σοφίας», δεν είναι και δεν μπορούν να είναι εξ ορισμού πράσινες, έστω και αν τείνουν να βελτιώσουν ένα μεγάλο πρόβλημα, όπως οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και η κλιματική αλλαγή.
Λύση «πανάκεια» λοιπόν δεν υφίσταται.
Ταυτόχρονα, κάθε λύση που δίνεται θα πρέπει να σέβεται ορισμένες  θεμελιώδεις αρχές  του «πράσινου»: το τοπικό, την αποκέντρωση, την μικρή κλίμακα, τον σεβασμό στην βιοποικιλότητα.
Συνεπώς, η προωθούμενη «μονοκαλλιέργεια» της αιολικής ενέργειας αντί της ταυτόχρονης ενεργοποίησης  όλου του φάσματος δυνατοτήτων που υπάρχει σήμερα ως εργαλείο αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, τείνει να ευνοήσει αποκλειστικά κάποιες μεγάλες εταιρείες που επιδιώκουν κέρδη και όχι , όπως θα έπρεπε, να αποτελεί μια μορφή τοπικής ανάπτυξης προς όφελος των τοπικών κοινωνιών και οικονομιών.

Μήπως θα έπρεπε να αναθεωρηθούν κάποια πράγματα που θεωρούνται «πράσινα»;  

Παραθέτω εδώ, επιστολή που αφορά την Κρήτη με την οποία συμφωνώ:

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ 
ΘΕΜΑ: Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ  ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΑΠΟ  ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΕΣ  ΤΗΣ ΠΡΑΣΙΝΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ 
Αγαπητοί συντοπίτες 
Στην ημερίδα  της 23ης Νοεμβρίου στο Ηράκλειο με θέμα «Πράσινη Ανάπτυξη , Μύθος η Πραγματικότητα» με ομιλητές τον Υφυπουργό Οικονομίας ,Ανταγωνιστικότητας & Ναυτιλίας κ. Σταύρο Αρναουτάκη , Κρεμλή Γεώργιο Διευθυντικό στέλεχος Ευρωπαϊκής Επιτροπής στη Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος και τον κ. Μπουλαξή Νίκο Διευθυντικό στέλεχος Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας  (ΡΑΕ)  , εκφράστηκε το σχέδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της πολιτείας στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας ΑΠΕ.
Ο κος Κρεμλής  με χαρά ανήγγειλε την απόφαση  της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αλλάξει  πολιτική για τις περιοχές Natura 2000 έτσι ώστε να μπορούν να εγκατασταθούν αιολικοί σταθμοί ακόμη και μέσα σε αυτές.
Ο κος Μπουλαξής  έδειξε ότι η Κρήτη ενδείκνυται  στο σύνολο της για εγκατάσταση  Αιολικών σταθμών ακόμη και «σε  περιοχές με χαμηλή απόδοση αέρα»  και ότι η ΡΑΕ συμβουλεύει  την πολιτεία να προχωρήσει σε λύση του γραφειοκρατικού, έτσι ώστε να προχωρήσουν οι δεκάδες αιτήσεις που περιμένουν μόνο για την Κρήτη.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι για κάθε αιολικό σταθμό ανοίγονται δρόμοι πλάτους 12 μέτρων για την  μεταφορά των πυλώνων και η  ευρύτερη τοποθεσία που θα εγκατασταθεί ο αιολικός σταθμός εκχερσώνεται  πλήρως και γίνεται επίπεδη.
Με το παρόν  κείμενο οι υπογράφοντες φορεις , σύλλογοι , οργανώσεις  πολιτών  θέλουν να εκφράσουν την απόλυτη υποστήριξη τους στις ΑΠΕ αλλά με τους κανόνες  της βιώσιμης ανάπτυξης και όχι  της «πράσινης Επιχειρηματικότητας» έτσι ώστε ο «πόλεμος» στην κλιματική αλλαγή να μην εξελιχθεί εις βάρος της ποιότητας ζωής των ντόπιων κοινωνιών και της βιοποικιλότητας.
Επιθυμούν επίσης να εκφράσουν τον προβληματισμό  τους για το πώς είναι δυνατόν  εκτάσεις που  χαρακτηρίζονται αβασάνιστα δασικές , εντός και εκτός προστατευόμενων περιοχών, να μην είναι επιλέξιμες ως προς την ενεργοποίηση των κτηνοτροφικών δικαιωμάτων (επιδοτήσεων) ήδη από το 2009, να μη λαμβάνονται υπόψη τα πολιτιστικά στοιχεία μιας ολόκληρης παράδοσης γενεών και γενεών των ντόπιων κοινωνιών , με τα πετρόκτιστα  μητάτα και τις μάντρες ,να μην αναγνωρίζεται κανένα δικαίωμα  εγκατάστασης  και  λειτουργίας κτηνοτροφικών  μονάδων ήπιας μορφής, αλλά να είναι επιλέξιμες για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών με την επικείμενη και αναπόφευκτη πλήρη αποψίλωση και ισοπέδωση ολόκληρων βουνοκορφών.
Μετά  από μια τέτοια εξέλιξη αλλοίωσης  του φυσικού τοπίου,  ποιες  πηγές ανάπτυξης της ενδοχώρας  γύρω από τον οικοτουρισμό θα  παραμείνουν ζωντανές ;
Η εγκατάσταση  ανεμογεννητριών στην ορεινή Κρήτη μαζί με την εγκατάλειψη όλων των παραγωγικών δραστηριοτήτων θα δώσει την χαριστική βολή στους πληθυσμούς αρπαχτικών πτηνών που θεωρούνται μέρος της παράδοσης και ζουν από την διατήρηση της.
Τα  αιτήματα μας (προτάσεις  μας) είναι:
Α) Μια  πολιτική ενθάρρυνσης ώστε ο κάθε πολίτης να γίνει ενεργειακά ανεξάρτητος  και γιατί όχι μικρός ενεργειακός  επιχειρηματίας.
(Κάθε  σκεπή θα μπορούσε να φιλοξενήσει  συνδυασμό φωτοβολταικού  συστήματος  και μικρής ανεμογεννήτριας , μοντέλο που ενθαρρύνεται  σε όλη την Ευρώπη).
Β) Οι μελέτες  χωροθέτησης να γίνονται από δημόσια  πανεπιστημιακά – εξειδικευμένα  ιδρύματα.
Γ) Να γίνει  πιλοτική μελέτη χωροθέτησης ΑΠΕ  όπου θα λαμβάνει υπόψη τα όρια του  διχτύου Natura 2000 και την κατανομή των ειδών προτεραιότητας και ενδιαιτημάτων με βάση την Κοινοτική νομοθεσία για όλη την επικράτεια Αιγαίο πέλαγος – Κρήτη. 
 
Δ) Να ενεργοποιηθεί  ο νόμος περί ίδρυσης  βιωσιμότητας Φορέων Διαχείρισης ώστε να ιδρυθούν Φορείς διαχείρισης για όλες τις  περιοχές Natura 2000 με ισότιμη συμμέτοχη των ντόπιων κοινωνιών σε αυτούς και την εκπόνηση διαχειριστικού σχεδίου με κατεύθυνση τη διατήρηση του παραδοσιακού χαρακτήρα των περιοχών αυτών και με σεβασμό σε όλες τις δραστηριότητες της υπαίθρου.
Ε) Να αυξηθούν αισθητά τα ανταποδοτικά οφέλη από το 3% προς τους ΟΤΑ γνωρίζοντας ότι η κάθε ανεμογεννήτρια προσφέρει τεράστια κέρδη ετησίως στους ισολογισμούς των εταιρειών ενώ υποβαθμίζει το φυσικό περιβάλλον.
Ζ) Να καταβάλλεται  τέλος 1% προς τους Φορείς Διαχείρισης  των Προστατευομένων Περιοχών, ώστε να λειτουργήσουν τα αντισταθμιστικά μέτρα και υποδομές για την προστασία της χλωρίδας και πανίδας.
Η) Να δοθεί  βάρος σε πολιτικές ενθάρρυνσης  μείωσης της υπερκατανάλωσης .
Θ) Η  εγκατάσταση των Αιολικών σταθμών  να γίνεται κοντά σε πόλεις και  σε βιομηχανικές ζώνες.
Η Γη είναι  πολύτιμος πόρος και βρίσκεται σε σχετική σπανιότητα.Δεν μπορούμε να την «σπαταλούμε» επιπολαίως…
Μετά  την περιβαλλοντική καταστροφή από τον  μαζικό τουρισμό και  δόμηση , την επιβάρυνση του περιβάλλοντος  από την μαζική γεωργία και κτηνοτροφία δεν θέλουμε να υποστούμε και το «μοντέλο της άναρχης  Πράσινης Ανάπτυξης».
Περιμένουμε από  την κυβέρνηση να δημιουργήσει όλες τους απαραίτητους εξισορροπητικούς μηχανισμούς  έτσι ώστε να είναι ξεκάθαρα τα όρια μεταξύ Βιώσιμης και Πράσινης ανάπτυξης. 
Οι  φορείς αντίδρασης και  διαμαρτυρίας  
1.     ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ «ΦΟΙΝΙΞ» ΨΑΡΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

7 σημεία

Τα συγκεκριμένα σημεία των σοβαρότερων αντιρρήσεών μου για τον Προϋπολογισμό των Οικολόγων Πράσινων όπως έχει προταθεί στο Πανελλαδικό Συμβούλιο 20/21/11/09 και αρχικά εγκριθεί. 

Τα αναρτώ πολύ συνοπτικά εδώ, επειδή το ζήτημα έχει πάρει  δημόσιες διαστάσεις.


1)       Με 5.000 Ε τον μήνα νοικιάζονται 4 γραφεία σε διάφορες πόλεις, και όχι μόνο ένα στην Αθήνα, οι πολυτέλειες δεν είναι επί του παρόντος (σημείωση—μέλος μας, ο Νίκος Ηλιόπουλος, επί χρόνια παρέχει δωρεάν γραφεία στο κόμμα, που εξακολουθούν να είναι διαθέσιμα, αν και ανεπαρκή τώρα πιά για πλήρη λειτουργία, οπότε χρειάζονται συμπληρωματικά)
2)       Η Γραμματεία, που είναι εκλεγμένο όργανο, μπορεί ασφαλώς λόγω φόρου εργασίας να παίρνει μικρή αποζημίωση, αλλά όχι μισθό, υποκαθιστώντας έτσι τα επαγγελματικά στελέχη και τον ρόλο τους και αποκλείοντας από την συμμετοχή στη Γραμματεία όλα τα μέλη που δεν μπορούν να αφήσουν την εργασία τους για ένα ή δύο χρόνια—αυτή είναι και η μεγαλύτερη κατηγορία μελών και ο αποκλεισμός τους είναι απολύτως αντιδημοκρατικός. Πρέπει να υπάρχει πλήρης διαχωρισμός εργαζόμενων / οργάνων, γιατί αν δεν υπάρχει είτε συγκεντρώνονται υπερεξουσίες είτε δεν υφίσταται διαχωρισμός των εξουσιών, αφού ελεγκτές και ελεγχόμενοι είναι οι ίδιοι. 
3)       Πρέπει να εξοικονομηθεί ποσό για μελλοντική χρήση.
4)       Πρέπει να εναρμονισθεί με τις πράσινες αρχές για την αποκέντρωση και τοπικότητα—να υπάρχει άμεση χρηματοδότηση των τοπικών Πολιτικών Κινήσεων σύμφωνα με συντελεστή πολλών κριτηρίων που θα αποροφούν με βάση τις προτάσεις τους και σχεδιασμό ανάπτυξης.
5)       Πρέπει να προβλέπεται όσο μεγαλύτερο δυνατόν ποσό για συγκεκριμένες δράσεις επωφελείς για την κοινωνία και το περιβάλλον μέσω του Πράσινου Ιδρύματος. Πρότεινα 50%,  αν αυτό είναι εν τέλει υπερβολικό προς το παρόν, αφού υφίσταται και χρέος από τις εκλογές, ας είναι όσο περισσότερο μπορούμε.
6)       Είμαι ιδεολογικά αντίθετος με τον  Ελληνικό θεσμό των αποσπάσεων Δημοσίων Υπαλλήλων από τα κόμματα, πιστεύοντας ότι οι φορολογούμενοι τους έχουν ανάγκη στα πόστα τους και όχι αλλού. Αν περισσεύουν Δημόσιοι Υπάλληλοι είναι γιατί υπάρχουν αργομισθίες, κάτι μη αποδεκτό που πρέπει να λυθεί με άλλους τρόπους. Το να το αποδεχόμαστε αποτελεί αντίφαση. Η επιχορήγηση που λαμβάνουμε είναι επαρκής για να γίνουν προσλήψεις επιστημόνων που θα συνδράμουν το έργο της Γραμματείας, του Πανελλαδικού Συμβουλίου, των Θεματικών Ομάδων, των Τοπικών Κινήσεων-- με αυτόν τον τρόπο δημιουργούμε και νέες θέσεις εργασίας για άνεργους επιστήμονες.    
7)       Πρέπει να ενισχυθεί το πνεύμα του εθελοντισμού, της ανοιχτής κινηματικής μορφής του κόμματος που θα μας επιτρέπει επίσης να κάνουμε και οικονομικές εξορμήσεις, αντί να στηριζόμαστε 100% στο κράτος μας που έχει τα γνωστά προβλήματα και πρέπει να εξοικονομήσει πόρους. Ας είμαστε μέσα στο πνεύμα της λιτότητας, όπως είναι σήμερα εξαναγκασμένοι όλοι οι πολίτες.



Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

Οικολόγοι Πράσινοι και κρατική χρηματοδότηση








"Η κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων και η κρίση του πολιτικού συστήματος" 

"....Στο περιβάλλον της σύγχρονης "επαγγελματικής πολιτικής" που έχει δημιουργηθεί και η οποία αποδυναμώνει όλο και περισσότερο τα σύγχρονα κόμματα ως "εθελοντικές ενώσεις πολιτών", μεταβάλλοντάς τα σε ένα είδος "επιχειρήσεων", αντιλαμβάνεται κανείς ότι η κρατική χρηματοδότηση είναι κατ' ουσία αυτή που "συντηρεί" οικονομικά τα κόμματα. Αποτελεί, δηλαδή, το θεσμικό εγγυητή της κρατικής εξάρτησης των κομμάτων και, επιπλέον, αποτελεί το βασικότερο μοχλό για τον "από τα πάνω" έλεγχο του πολιτικού συστήματος..."

Το υπόλοιπο άρθρο εδώ:
Ακολουθούν σκέψεις μου με αφορμή τη συζήτηση για τον προϋπολογισμό των Οικολόγων Πράσινων στο Πανελλαδικό Συμβούλιο (21-22/11/09) που έγινε στην Μεγαλόπολη Αρκαδίας και κοινοποιείται η επιστολή μου προς τη Γραμματεία.
____________________

Πολλοί, ακόμη και μέλη των Οικολόγων Πράσινων, άθελά τους ίσως, έχουν συνηθίσει πλέον στην στερεότυπη ιδέα ότι η πολιτική σημαίνει κυνισμός και ατομικό συμφέρον. Πιστεύουν πως αν δεν είσαι κυνικός οφείλεις να γίνεις, γιατί αλλιώς δεν μπορείς ν' αντεπεξέλθεις στις απαιτήσεις του πλέγματος συμφερόντων της πολιτικής και θα μείνεις απ' έξω. Αυτή η αντίληψη όμως τείνει να τους καταστήσει ένα κακέκτυπο των άλλων κομμάτων και να τους απομακρύνει από την προστιθέμενη αξία που θα μπορούσαν να δώσουν στο πολιτικό σύστημα.
Προσπαθώντας να αξιοποιήσουν, νομίζοντας πως έτσι θα πετύχουν περισσότερα, όλα αυτά που τους προσφέρει το κράτος, ιδίως την υπέρμετρη χρηματοδότηση και το δικαίωμα απόσπασης πολλών δημοσίων υπαλλήλων δημιουργούν σταδιακά ένα κλειστό κόμμα αυτοσκοπό και όχι πλέον μέσο ανοιχτό σε όλους για την προώθηση μιας άλλης άποψης για το ποιο είναι το πρώτο κοινό μας καλό: το περιβάλλον. 
Δεν αντιλαμβάνονται όμως πως αυτό που αποπειρώνται να πετύχουν δεν βοηθάει ούτε να αυξήσουν το ποσοστό τους. Στην προσπάθειά τους να αντιστοιχήσουν τον εαυτό τους με το υπόλοιπο δεδομένο πολιτικό σκηνικό, με όποια μέσα οικονομικά ή επικοινωνιακά, κατορθώνουν αντί να περάσουν πιο πλατειά το μήνυμά τους στην κοινωνία να αλλοτριωθούν, πράγμα που κάνει ένα οικολογικό κόμμα ουσιαστικά περιττό για πολλούς πλέον ως επιλογή ψήφου.    
Πολλοί που εμπλέκονται στις επιλογές δικαιολογούν τον εαυτό τους (από μέσα τους), πιστεύοντας  πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, και μάλιστα, όσο καλύτερος ο σκοπός, τόσα περισσότερα μέσα αγιάζει. Όμως ο τρόπος που ασκείται η πολιτική, για μένα, είναι σύμφυτος με το αποτέλεσμα, όσο καλές κι αν είναι οι προτάσεις. Το τελευταίο που έχουν ανάγκη οι πολίτες είναι ένα ακόμη κόμμα ανάμεσα στα άλλα, να προσπαθεί, με τα ίδια γνωστά μέσα, στηριγμένο στο ίδιο δημόσιο χρήμα των φορολογουμένων να ζητά την ψήφο τους χωρίς να προτείνει έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο προσέγγισης της πολιτικής που να είναι ανοιχτός στην κοινωνία, χωρίς να αποτελεί πραγματικά μια εναλλακτική λύση χρήσιμη τόσο σε συγκυβέρνηση όσο και σε αντιπολίτευση. 
Εγώ νομίζω ότι ένας άλλος τρόπος άσκησης της πολιτικής μπορεί να είναι εφικτός και πρέπει να καταβάλουμε κάθε προσπάθεια να το πετύχουμε. Ο μόνος τρόπος που μπορούμε να συμβάλουμε είναι με το να είμαστε εμείς διαφορετικοί.      
Λίγο πριν από τις Ευρωεκλογές, σε συνέντευξη τύπου με παρόντα όλα τα στελέχη μας, είχα δηλώσει "Εμείς οι Οικολόγοι πράσινοι δεν είμαστε κόμμα επαγγελματιών πολιτικών, ούτε και σκοπεύουμε να γίνουμε". Δυστυχώς, η υπέρμετρη κρατική χρηματοδότηση προς τα κόμματα, που στην καταχρεωμένη Ελλάδα είναι από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη, τείνει να διαψεύσει την σιγουριά με την οποία είχα κάνει αυτήν την αισιόδοξη δήλωση.     

Αφού διάβασα χθες το άρθρο "Η κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων και η κρίση του πολιτικού συστήματος" που είχε δημοσιευτεί από το 2006, συνειδητοποίησα ότι δεν έχω και πολλά να προσθέσω σε αυτά που ανέλυσε τότε ο κύριος Βερναρδάκης, γιατί είναι σκέψεις που έχω εδώ και κάποιον καιρό, όταν από τον Ιούνιο αρχίσαμε να συζητάμε στην πράξη πως θα αξιοποιήσουμε την κομματική κρατική χρηματοδότηση που επιτέλους πήραμε χάρις στην εκλογή Ευρωβουλευτή. 
Διαφωνώ ίσως εν μέρει στις προτάσεις του Κ Βερναρδάκη γιατί νομίζω πως απλώς η κρατική επιχορήγηση θα έπρεπε σήμερα να μειωθεί στο μισό ή το ένα τρίτο για όλα τα κόμματα με σοβαρές διατάξεις διαφάνειας για τις "δωρεές" ιδιωτών όπως και ανώτατα όρια. Θα έπρεπε η επιχορήγηση να είναι τόση ώστε να καθιστά αναγκαίο ένα ποσοστό εθελοντισμού σε όλα τα κόμματα, σε όλο το φάσμα της πολιτικής και να ευνοεί την συμμετοχή μη-επαγγελματιών.
      
Νοιώθω σήμερα, ως μέλος των Οικολόγων Πράσινων ότι ζω τα συμπτώματα μιας απόπειρας μετάλλαξης του κόμματος από κινηματικό, ανοιχτό στην κοινωνία, με πολλά εθελοντικά χαρακτηριστικά σε κάτι άλλο που δεν μπορώ να περιγράψω ακόμη, μιας και βρισκόμαστε εν τω γίγνεσθαι και τα κουτάλια ανακατεύουν ακόμη τη σαλάτα.

Από το συνέδριο του Ιουνίου είχα προτείνει ότι θα έπρεπε εμείς ως κόμμα να επιστρέψουμε στην κοινωνία το 50% της επιχορήγησης, μέσω χρηματοδότησης έργων χρήσιμων για την κοινωνία και το περιβάλλον, πχ. επαναφορά βιοτόπων, πρόληψη πυρκαγιών, αποτροπή ρύπανσης, μικρά έργα για βελτίωση της ποιότητας ζωής στις πόλεις ή έργα που θα διευκόλυναν την αποκέντρωση ή συμβολή σε ζητήματα προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πολλά άλλα. Αυτή η πρότασή μου, αποτελούσε ουσιαστικά προεκλογική μας δέσμευση, στις εθνικές του '07, όμως ξεχάστηκε, παρόλο που πολλά από τα μέλη μας την επικρότησαν. 
Σήμερα, πολλούς μήνες μετά το συνέδριο, το κόμμα αδυνατεί να υιοθετήσει  αυτήν την πρόταση, μιας και πολλοί σκέπτονται ότι η κρατική επιχορήγηση (που είναι αρκετά πάνω από 2εκ ευρώ συν τις αποσπάσεις δημοσίων υπαλλήλων) "μπορεί και να μην φτάνει".
Αυτή η  δήλωση για την κρίση μου δείχνει αξιοθρήνητο μικρομεγαλισμό σε σχέση με το ποσοστό μας που δεν μεγάλωσε τόσο όσο θα μπορούσαμε. Δήλωση που δείχνει ταυτόχρονα πολιτική μυωπία, γιατί είμαι βέβαιος πως οι πολίτες θα εκτιμούσαν τη διάθεσή μας για οικολογικά χρήσιμες πράξεις και θα μας το ανταπέδιδαν με εμπιστοσύνη.  
Στην πράξη, όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς χρηματοδότηση καταφέραμε πολλά. Φτάσαμε την πρώτη εκλογή. Με πολλά χρήματα όμως τώρα πλέον, απ' όσο μπορώ να καταλάβω και αντιλαμβάνομαι δεν φαίνεται να κάνουμε ίσου πολλά, ίσως και λιγότερα ως αποτέλεσμα και ως απήχηση στην κοινωνία. Πάντως όχι τόσα που να αντιστοιχούν στο ύψος της χρηματοδότησης.   
Παράλληλα, πιστεύω πως οι φορολογούμενοι πληρώνουν τους δημοσίους υπαλλήλους για την συγκεκριμένη εργασία για την οποία έχουν προσληφθεί και όχι για να αποσπώνται από τα διάφορα κόμματα προς όφελος της "κομματικής περιχαράκωσης" του καθενός από αυτά και του βολέματος των δικών του. Έχει κι αυτό το κόστος του για τον προϋπολογισμό της χώρας και το χρεωνόμαστε όλοι.
  
Εμείς λοιπόν θα έπρεπε να είχαμε δηλώσει αμέσως την αντίθεσή μας με αυτό το σύστημα, που κοστίζει πολλά στους πολίτες, πολλά στη χώρα μας.    
Σε μια χώρα, που σήμερα , στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, οφείλει να κάνει οικονομία στα δημόσια έξοδα, εμείς, οι Οικολόγοι Πράσινοι έπρεπε να είμαστε οι πρώτοι που θα δείξουμε πώς αυτό είναι εφικτό και όχι να τρέχουμε να αξιοποιήσουμε κάθε δεκάρα που μας δίνει απλόχερα το Ελληνικό Δημόσιο προκειμένου να προσλάβουμε, να αποσπάσουμε, να ανοίξουμε γραφεία παντού, γραφεία για κάθε πολιτική μας κίνηση και να λένε μερικοί από μας ότι "και λίγα είναι".     

Πιστεύω πως οι πολίτες δεν θέλουν να βλέπουν τα γραφεία μας δίπλα σε αυτά των άλλων κομμάτων. Δεν θέλουν τίποτε που θα δείχνει την ομοιότητά μας με αυτά, θέλουν κάτι νέο, φρέσκο, όχι μόνο νέες ταμπέλες σε κτήρια, κάτι που να κάνει την ελπίδα πράξη με μια νέα νοοτροπία πολιτικής. 

Θέλουν από μας πράξη, συμπαράσταση και αγώνα στα οικολογικά προβλήματα και ένα υπόδειγμα κόμματος που προάγει τον εθελοντισμό στην πολιτική και την συμμετοχή των πολιτών, πέρα από την παλαιοκομματικού τύπου πρακτική που δεν συμβαδίζει με το κοινό συμφέρον των πολιτών και της χώρας.  

Παρά το πρόβλημα αυτό που έχω διαγνώσει, παραμένω ολόκαρδα στο κόμμα των Οικολόγων Πράσινων, προκειμένου να προσπαθήσω όσο περνάει από το χέρι μου να αποφύγουμε αυτή τη πεπονόφλουδα. Δεν μπορώ βέβαια να μην εκφράσω δημόσια κριτική μου, ελπίζοντας πως, με πίεση, οι προτάσεις μου, αν είναι σωστές, αργά ή γρήγορα θα εισακουστούν.   
      
Δημοσιεύω λοιπόν εδώ επιστολή μου προς το Πανελλαδικό συμβούλιο των Οικολόγων Πράσινων, στη Μεγαλόπολη Αρκαδίας, 20-21/11/09 για το θέμα της αντιμετώπισης της κρατικής χρηματοδότησης εκ μέρους μας.  

Προς το Πανελλαδικό Συμβούλιο και την Εκτελεστική Γραμματεία των Οικολόγων Πράσινων.

Ομολογώ ότι αυτή η κατάσταση που επικρατεί από τον Ιούνιο με προτεινόμενα γραφεία από δω, γραφεία από κει, γραφεία σε όλη τη χώρα, με κτήρια ολόκληρα πολυώροφα να προτείνονται, υπάλληλοι από δω υπάλληλοι από κει να προσληφθούν, αμειβόμενοι, αποζημιούμενοι, αποσπάσεις, διαφορές και διχογνωμίες για το ποιος θα πρωτοπροσληφθεί ποιος αποκλείστηκε και γιατί, πού θα πρωτονοικιάσουμε, σε ποια πόλη, γιατί εκεί και όχι εδώ, υπάλληλοι και έξοδα που κοστίζουν στην κοινωνία, όπως σωστά επισημαίνει κι ο Νίκος Χρυσόγελος, αλλά και αυτός δεν προτείνει τίποτε πέρα από ένα φύλλο συκής κάποιας χρησιμότητας μας για την κοινωνία που μας δικαιολογεί.
Η εικόνα σπατάλης συμπληρώνεται με προτάσεις για πομπώδη, φιλόδοξα «Πράσινα Ιδρύματα».  
Αποκαλύπτεται μέσα από όλα αυτά ότι πάσχουμε από αξιοθρήνητο μικρο-μεγαλισμό αν αναλογιστεί κανείς το πενιχρό ολοένα μειούμενο ποσοστό μας, το οποίο προδίδει την αδυναμία μας, με τον τρόπο που προσπαθούμε μέχρι τώρα, να αγγίξουμε την κοινωνία. Όλα  αυτά με κάνουν όλο και περισσότερο να νοιώθω ξένος, όλο και πιο αποξενωμένος από τους λόγους για τους οποίους μπήκα στο κόμμα.
Σκεφτήκαμε ποτέ ότι όλα αυτά τα έξοδα αφαιρούνται από τον προϋπολογισμό μιας χώρας στα πρόθυρα της χρεοκοπίας; Ότι πρώτιστή μας μέριμνα θα έπρεπε να είναι οι εξοικονόμηση χρημάτων;     

Άντ’ αυτού όμως τι κάνουμε; Απλώς αναπαράγουμε την Ελληνική Πραγματικότητα χωρίς να προσπαθούμε να αλλάξουμε έστω και το παραμικρό. Τίποτε δεν προσφέρουμε στην Ελληνική κοινωνία, εκτός από το "βόλεμα" μελών ενός ακόμη κόμματος εκτός των ήδη υπαρχόντων, με δημόσιο χρήμα σε ένα κατεστημένο σύστημα, σε μια στραβή κατάσταση, που μυρίζει έντονα κυνισμό και παλαιοκομματισμό με οικολογική επικάλυψη ως άλλοθι.  Απλώς συμβάλουμε κι εμείς να βουλιάξουμε την Ελλάδα χάρις στην κομματική μας περιχαράκωση, βάζοντας το κομματικό μας συμφέρον πάνω από το κοινό.


Πως τα καταφέρνουν, συνάδελφοί μου Έλληνες Οικολόγοι Πράσινοι, οι Φιλανδοί πράσινοι με ΕΝΑ ( μάλιστα ΕΝΑ μόνον ! ) κεντρικό γραφείο, πολύ μετρίου μεγέθους, και μια ντουζίνα δραστήρια επαγγελματικά στελέχη μόνον, ( προσμετρώντας τους εργαζόμενους για τους βουλευτές κι ευρωβουλευτές, όλοι μαζί στο ίδιο γραφείο…) και παίρνουν 10% στις εθνικές εκλογές; 20% στην πρωτεύουσα στις δημοτικές;
Γιατί εμείς χρειαζόμαστε αίφνης τόσα περισσότερα από αυτούς, χρήματα που μας τα δίνει το κράτος μας το Ελληνικό, αποδεδειγμένα φτωχότερο, με πολύ μεγαλύτερο εξωτερικό χρέος από το Φιλανδικό που έχει μηδενίσει το χρέος του;

Πως τα βγάζουν πέρα εκείνοι, με κρατική χρηματοδότηση  50-60 χιλιάδες ευρώ ανά βουλευτή, (σε μια χώρα με 150 βουλευτές μόνον)-- δηλ περίπου 600.000- 700.000 ευρώ τον χρόνο, συν τις συνδρομές των μελών. Οι αποσπάσεις δημοσίων υπαλλήλων εκεί θα ήταν κάτι ανήκουστο. Πέρα από μια σφικτή ομάδα εργαζόμενων, που δεν μετέχουν στα όργανα του κόμματος, όλα τα υπόλοιπα είναι εθελοντικά.  

Πως γίνεται και ξεχάσαμε τελείως τις προεκλογικές υποσχέσεις μας να επιστρέψουμε πίσω στην κοινωνία κάτι από όλα αυτά που σκοπίμως  απλόχερα μας δίνει το κράτος από τα χρήματα του προϋπολογισμού για να μας αλλοτριώσει; Πως αγνοήσαμε τη δέσμευσή μας να στρέψουμε ένα ποσοστό της κρατικής χρηματοδότησης σε έργα χρήσιμα για το περιβάλλον και την κοινωνία;  

Πως αγνοούμε ότι η υπερβολική χρηματοδότηση των κομμάτων, οι αποσπάσεις δημοσίων υπαλλήλων  και ορισμένοι άλλοι ανάλογοι τυπικοί ή άτυποι θεσμοί έφεραν τη χώρα στα πρόθυρα της πτώχευσης; Χρειάζονται όντως τόσα χρήματα τα κόμματα για να υπάρξουν;  

Κύριοι, μοιάζει όταν σας ακούω να συζητάτε για γραφεία και προσλήψεις, ότι με χαρά πατάτε την πεπονόφλουδα που σας στήνουν, αυτήν που στήνει το Ελληνικό σύστημα στο οποίο μπήκαμε εκλέγοντας ένα άτομο στην Ευρωβουλή.

Επιπλέον, όλα αυτά, ως τακτική αποδεδειγμένα ΔΕΝ βοηθούν την άνοδο των ποσοστών μας.
Ως αποτέλεσμα, της κοντόφθαλμης αξιοποίησης των ευκαιριών μας, αν εξακολουθήσουμε έτσι, κάποια στιγμή θα τα χάσουμε σχεδόν όλα. Οι ψηφοφόροι που μας προτιμούν μας θέλουν διαφορετικούς από τους άλλους, χρήσιμους τόσο στις προτάσεις μας όσο και ως νοοτροπία κομματική. Τούτη τη στιγμή  όμως δημιουργούμε στρατιές απογοητευμένων.        

Οι προτάσεις μου λοιπόν συνοπτικά είναι οι εξής:

Προϋπολογισμός (γενική κατανομή)

20% Κεντρικά έξοδα και δράσεις
30% Έξοδα περιφέρειας
50% Επιστροφή χρημάτων στη χώρα μέσω δράσεων για το περιβάλλον και την κοινωνία


1) Κεντρικά γραφεία στην Αθήνα (20% προϋπολογισμού), διαχείριση από Πανελλαδικό Συμβούλιο και γραμματεία. 

2) οι ΠΚ κρατούν τις συνδρομές των μελών τους και μοιράζονται το υπόλοιπο 30% με δικές τους προτεραιότητες επιλογών με βάση λίστα συμφωνημένων επιλογών/μορφών/μεθόδων δράσης, όπου επιλέγουν όσες θεωρούν από αυτές σημαντικές για την περιοχή τους. Μοίρασμα χρημάτων στις ΠΚ με βάση συντελεστή αριθμού μελών, απόστασης από μεγάλη πόλη ( μεγάλη απόσταση=περισσότερα), κοινής μεθοδολογίας καταγραφής αναγκών.   

3) Μικρός αριθμός επαγγελματικών στελεχών κεντρικά όλοι σε ένα γραφείο, όχι αποσπάσεις (ως πολιτική δήλωση για τους λόγους που προανέφερα) οι αποσπασμένοι να επιστρέψουν στις εργασίες τους για τις οποίες πληρώνουν οι φορολογούμενοι. Οι ΠΚ αυτοχρηματοδοτούν εργαζόμενους αν θέλουν.

4) Το «Πράσινο Ίδρυμα» να έχει ως κύριο στόχο την χρηματοδότηση δράσεων για το περιβάλλον και την κοινωνία, στο ύψος του 50% του προϋπολογισμού μας. Διοικείται από αιρετό ΔΣ από το συνέδριο, με συγκεκριμένη θητεία και εναλλαγή. 
Διακεκριμένα πρόσωπα μπορούν να είναι τιμητικά μέλη, χωρίς αποφασιστική αρμοδιότητα αλλά συμβουλευτική. 
Στους υπόλοιπους στόχους θα περιλαμβάνεται η Τεκμηρίωση, η Ενημέρωση και ο Εθελοντισμός για το περιβάλλον και την κοινωνία με χωριστές για το κάθε θέμα επιτροπές. Συστεγάζεται με τα κεντρικά-- όχι χωριστά γραφεία.   

5) Θεματικές ομάδες: χρηματοδοτούν μόνο δράσεις συγκεκριμένες είτε μέσω ιδρύματος είτε μέσω κεντρικού προϋπολογισμού, κατόπιν αιτήσεώς τους.